Φωτοβολταϊκά: Η νομοθετική παρέμβαση, με την οποία μειώνεται η σταθερή τιμή της παραγόμενης ενέργειας σε υφιστάμενες συμβάσεις, ελέγχεται ως αντισυνταγματική

01-01-2013

Με τις διατάξεις της Παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 ανατρέπονται οι σταθερές τιμές που έχουν συμφωνηθεί στις υφιστάμενες συμβάσεις για την πώληση της  παραγόμενης ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα – μεταξύ άλλων και εκείνων – που έχουν εγκατασταθεί σε στέγες και δώματα κτιρίων. Οι όροι προσχώρησης, με προεξέχοντα αυτόν της σταθερής τιμής για όλη τη διάρκεια της σύμβασης,  που είχαν καθορισθεί με υπουργικές αποφάσεις και στους οποίους στηρίχθηκε μεγάλο πλήθος καταναλωτών για να λάβει την απόφασή του να επενδύσει στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκού συστήματος, όλως αιφνιδιαστικά τροποποιούνται και επιδεινώνονται.  Οι ιδιοκτήτες που επέλεξαν, σε σχέση με άλλες εναλλακτικές δυνατότητες,  την κατά τον παραπάνω τρόπο αξιοποίηση του ακινήτου τους, βλέπουν  το όφελος στο οποίο απέβλεπαν  από τη σύναψη της σύμβασης συμψηφισμού να συρρικνώνεται. Είναι δε βέβαιο, ότι πολλοί από αυτούς, αν γνώριζαν εξαρχής τις μεταβολές που θα ακολουθούσαν, δεν  θα αποφάσιζαν  να προβούν στην επένδυση εγκατάστασης του φωτοβολταϊκού συστήματος.  Οι ιδιοκτήτες αυτοί συνεισέφεραν καθοριστικά στην ανάπτυξη των εναλλακτικών μορφών ενέργειας, προκαταβάλλοντας ή παραχωρώντας ουσιαστικά σε τρίτους (μέσω των υψηλών τιμών αγοράς των συστημάτων ή της πίστωσης) σημαντικά μερίδια του οφέλους που θα είχαν.  Χωρίς δική τους υπαιτιότητα και χωρίς εντέλει να συντρέχουν τα χαρακτηριστικά μίας μη προβλέψιμης μεταβολής των συνθηκών καλούνται να περιοριστούν σε ένα ακόμη μικρότερο και χρονικά περαιτέρω μετατιθέμενο  όφελος. Δικαιολογημένα αισθάνονται να έχουν πληγεί στον πυρήνα της προσωπικής τους αυτονομίας. Ωστόσο, η παραπάνω μείωση των τιμών δεν είναι δίχως άλλο ισχυρή.

Από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθ. 28 Συντάγματος, καθεαυτό ή και σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ίδιου πρωτοκόλλου και 1, 7, 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ήδη 5 παρ. 2 του Ενδέκατου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ν. 2400/1995) προβλέπεται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και, άρα, και των ενοχικών απαιτήσεών του και δεν μπορεί να στερηθεί εκείνης, με αναγκαστική απαλλοτρίωση παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Αντίστοιχη προστασία θεωρείται ότι παρέχεται  και από το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος για τα δικαιώματα από την ιδιοκτησία, στην οποία εντάσσονται ομοίως οι ενοχικές απαιτήσεις, και την οποία ιδιοκτησία δεν επιτρέπεται κανείς να στερείται παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας που έχει αποδειχθεί με προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως νόμος ορίζει. Η επέμβαση του νόμου σε υφιστάμενες συμβάσεις, κατά τρόπο που να πλήττουν και να συρρικνώνουν τις ενοχικές απαιτήσεις των αντισυμβαλλομένων, δίχως μάλιστα τούτο να θεμελιώνεται ή να δικαιολογείται από λόγους προστασίας γενικού συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας, αντίκειται στις παραπάνω προστατευτικές της περιουσίας αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις.

Ως εκ τούτου οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4254/2014, καθόσον  καταργούν ενοχικές αξιώσεις των αντισυμβαλλομένων και κυρίων του φωτοβολταϊκού συστήματος, μέσω της μείωσης  της σταθερής τιμής πώλησης της παραγόμενης ενέργειας  που είχε συμβατικά (εντέλει κατ’ εφαρμογή νόμου)  ελέγχονται ως προς τη συμβατότητά τους προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Ο επανακαθορισμός των τιμών  δεν μπορεί να  γίνει αποδεκτή  υπό το πρίσμα των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της οικονομικής ελευθερίας υπό την έκφανση της ελευθερίας των συμβάσεων, και κυρίως των περιουσιακών δικαιωμάτων (με την έννοια των ενοχικών απαιτήσεων) του κατόχου/ιδιοκτήτη του συστήματος. Η νομοθετική παρέμβαση παραβιάζει κατάφωρα τις αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου.  Δεν δικαιολογείται, ιδίως όταν πρόκειται για τους ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών στέγης, από την απαιτούμενη αναγκαιότητα, προσφορότητα και σκοπιμότητα που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του λαμβανόμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου με αυτό σκοπού.  Οι ιδιοκτήτες έχουν την δύναμη και μπορούν, με προσφυγή στη Δικαιοσύνη, να αποτρέψουν την απροσδόκητη και αιφνιδιαστική μείωση της εγγυημένης τιμής.