Καταγγελίες ασφαλίσεων νοσοκομειακής κάλυψης – Ανίσχυρες χωρίς έγγραφη κοινοποίηση της δήλωσης καταγγελίας και κοινοποίηση

15-05-2013

Δεν είναι λίγες οι φορές που καταναλωτές πληροφορούνται αιφνιδίως ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, το οποίο περιλάμβανε την κάλυψη νοσοκομειακών  εξόδων, ακυρώθηκε γιατί καθυστέρησαν την καταβολή του ασφαλίστρου. Τούτο μάλιστα δίχως οι  ίδιοι να έχουν προηγουμένως λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση για την καθυστέρηση του ασφαλίστρου και δήλωση καταγγελίας της σύμβασης. Η ασφαλιστική εταιρεία υποστηρίζει ότι απέστειλε επιστολή, πιθανόν συστημένη, ειδοποιώντας για την καθυστέρηση.

Η  καταγγελία ενδέχεται, σε πολλές περιπτώσεις,  να πραγματοποιείται προσχηματικά, προκειμένου να υποχρεωθεί ο  ασφαλισμένος, να εγκαταλείψει την ασφάλιση της νοσοκομειακής κάλυψης, επειδή η εταιρεία κρίνει, λόγω του  ασφαλίστρου ή της ηλικίας του ή των προβλημάτων υγείας που έχουν  εκδηλωθεί σε αυτόν,  ότι  το ασφαλιστήριο είναι ασύμφορο για την ίδια.  Είναι γι’ αυτό σημαντικό οι ασφαλισμένοι να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους (βλ. ΘΕΜΑΤΑ/Ιδιωτική Ασφάλιση/Καταγγελία Σύμβασης).

Εξάλλου,  τέτοιου είδους αθέμιτες πρακτικές δεν μπορούν να εκδηλώνονται εκ του ασφαλούς ή να μένουν χωρίς συνέπειες για την ασφαλιστική εταιρεία.  Δεν μπορεί η δικαίωση του καταναλωτή, ο οποίος αναγκάζεται να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη  για την αναγνώριση της ισχύος του συμβολαίου του, να περιορίζεται μόνο σε αυτή. Συμπεριφορές ασφαλιστικών εταιρειών που υπονομεύουν ή αποστερούν την παροχή της ασφαλιστικής κάλυψης, κατά τρόπο που καταστρατηγεί τη νομοθεσία και τις επιταγές της καλής πίστης, προκαλούν, εκτός της υλικής, και σοβαρή ηθική βλάβη στους ασφαλισμένους, την οποία και οφείλουν αυτές να αποκαθιστούν με την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά μείζονα λόγο η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, ως αρμόδια εποπτική αρχή, οφείλει στις περιπτώσεις αυτές, επειδή ακριβώς, η εταιρεία ζημιώνει με την παραπάνω παράνομη συμπεριφορά της  τους καταναλωτές κατά την παροχή των υπηρεσιών της, να επεμβαίνει, ασκώντας τις κυρωτικές της  αρμοδιότητες με βάση τις διατάξεις του νόμου για την προστασία των καταναλωτών,  δίνοντας άμεση και ανέξοδη για τους καταναλωτές λύση.