Ομόλογα κυπριακών τραπεζών και αποζημίωση επενδυτών

31-07-2013

Πολλοί επενδυτές έχουν υποστεί μεγάλη ζημία από επενδύσεις  σε  ομόλογα τραπεζών της Κύπρου που κατά βάση έχουν χάσει την αξία τους μετά τις διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζών αυτών και μετάθεση της τάξης ικανοποίησής τους. Οι επενδύσεις αυτές αφορούν είτε  την αγορά των ομολόγων αυτών από άλλα πιστωτικά ιδρύματα, είτε την αγορά ασφαλιστικών προϊόντων, συνδεδεμένων με επενδύσεις, οι οποίες συνίσταντο στην αποκλειστική τοποθέτηση του επενδυόμενου ποσού σε αυτά τα ομόλογα, κυρίως μάλιστα από συγγενείς των κυπριακών τραπεζών ασφαλιστικές εταιρείες. Πέραν των ευθυνών των κυπριακών τραπεζών στην αποσιώπηση κρίσιμων για την επιλογή του επενδυτή στοιχείων, κατ’ επέκταση και των εποπτικών αρχών,  σημαντική είναι για την προοπτική της αποζημίωσης των επενδυτών, και η ανάδειξη των ευθυνών τρίτων νομικών προσώπων που συμμετείχαν στην κατά τα παραπάνω διακίνησή τους.

Η προώθηση των εν λόγω ομολόγων έχει πραγματοποιηθεί, όπως φαίνεται να  προκύπτει σε ατομικές περιπτώσεις, κατά καταστρατήγηση των επιταγών διαφώτισης και ενημέρωσης του επενδυτή (μη διερεύνηση επενδυτικού χαρακτήρα, απουσία ελέγχου καταλληλότητας, μη χορήγηση προφορικής και γραπτής πληροφόρησης για τα κρίσιμα γνωρίσματα του προϊόντος κ.ά).  Ασφαλώς, το εν λόγω έλλειμμα  διαφώτισης και πληροφόρησης θα πρέπει να θεμελιωθεί, ως προς την αιτιώδη συμβολή μάλιστα που είχε στην αγορά του προϊόντος,   με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό τόσο σε συνάρτηση με το πρόσωπο του πελάτη όσο και με το συγκεκριμένο προϊόν. Η νομολογία, ωστόσο, παρέχει πλέον   ενδιαφέροντα παραδείγματα αντίστοιχης τεκμηρίωσης, και μάλιστα σε επενδύσεις με συναφή προς τα εν λόγω προϊόντα χαρακτηριστικά (βλ. ΘΕΜΑΤΑ/προστασία του επενδυτή). Μάλιστα, η διερεύνηση ευθύνης από πλημμελή παροχή συμβουλών και πληροφόρησης δεν εξαντλείται απαραίτητα κατά το  στάδιο πώλησης του προϊόντος,  καθώς αντίστοιχες συζητήσεις ή ανάγκες τέτοιων σχετικών με την πορεία της επένδυσης συζητήσεων, ανέκυψαν και κατά την πλέον «ύποπτη» περίοδο.

Ωστόσο, και στην περίπτωση των ασφαλίσεων ζωής επενδυτικού χαρακτήρα  η αποκατάσταση της ζημίας  των ληπτών των ασφαλίσεων αυτών είναι επιδιώξιμη. Αν και η νομοθεσία για την προστασία τα επενδυτών δεν καλύπτει ευθέως τα ασφαλιστικά προϊόντα, οι σχετικοί με τη προστασία των επενδυτών  κανόνες μπορούν κατά βάση  να τύχουν, σε μεγάλη έκταση, και εν προκειμένω εφαρμογής, ως εξειδίκευση των επιταγών της καλής πίστης και ιδίως της αρχής  πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσομένων με την παρέχουσα τις υπηρεσίες  και την ευλόγως προσδοκώμενη από αυτή ασφάλεια. Ήδη, υπάρχει ενδιαφέρουσα νομολογία που παρέχει  τα σχετικά ερείσματα. Σε πολλές, εξάλλου, από τις περιπτώσεις των ασφαλίσεων αυτών υπάρχει μία καταφανής καταστρατήγηση της θεμελιώδους επενδυτικής μέριμνας  για κατανομή του κινδύνου, η οποία ήδη καθιστά προβληματικό και εντέλει προσχηματικό τον ασφαλιστικό χαρακτήρα του προϊόντος. Τούτο δε άλλωστε σε συνάρτηση με την εν γένει διαμόρφωση των εν λόγω ασφαλίσεων, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τα συνήθη unit link  ασφαλιστικά προϊόντα. Οι αποκλίσεις αυτές διευκολύνουν τη θεμελίωση   αδιαφανών σχέσεων αλλά και αποσιωπηθείσες απέναντι στον πελάτη συγκρούσεις συμφερόντων στην προώθησή της.

(βλ. Αποφάσεις επί υποθέσεων του γραφείου μας σε Θέματα).