Logo_Symbol

ΑΠ 1030/2001: Ο γενικός όρος ασφάλισης νοσοκομειακής κάλυψης που προβλέπει τη δυνατότητα του ασφαλιστή να αναπροσαρμόζει (αυξάνει) το ασφάλιστρο είναι καταχρηστικός, όταν δεν προσδιορίζονται στη σύμβαση εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια με βάση τα οποία θα γίνεται η αναπροσαρμογή (ΔΕΕ 2001, 1125 επ.).

04-08-2013

Η ΑΠ 1030/2001 αποτελεί τη θεμελιώδη στη νομολογία απόφαση για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας του  εν λόγω όρου, έχει δε μία γενικότερη σημασία  ως προς την εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας στον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγών. Παρατίθενται, γι’ αυτό,  ορισμένες από τις σκέψεις της:

«Οι ΓΟΣ πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο και σαφή («αρχή της διαφάνειας» η οποία πρέπει να διέπει τη διατύπωση των όρων η οποία ναι με δεν καθιερώνεται ρητώς στο νόμο, όμως συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του). Έτσι, όταν πρόκειται για γενικό όρο που αφορά την επιφύλαξη στον ασφαλιστή του δικαιώματος να προβαίνει σε αύξηση των ασφαλίστρων που συνιστά τη βασική υποχρέωση του ασφαλισμένου πρέπει να διατυπώνεται στο ασφαλιστήριο κατά τρόπο διαφανή υπό την έννοια ότι ο ασφαλισμένος ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως πρέπει να δύναται να αντιληφθεί το μέτρο της αυξήσεως και στην περίπτωση μιας αυξήσεως να δύναται να εκτιμήσει το σύμφωνο αυτής προς την σχετική ρήτρα που την προβλέπει. Σε περίπτωση επιφυλαχθέντος στον προμηθευτή δικαιώματος αναπροσδιορισμού των ασφαλίστρων, πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο ορισμένο όσο είναι δυνατόν οι προϋποθέσεις αυτού και το δεδομένο πλαίσιο διαμορφώσεως. Από τις αρχές της καλής πίστεως επιτάσσεται ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ πρέπει να προσφέρει στον καταναλωτή επαρκή γνώση των οικονομικών επιβαρύνσεων που αυτός αναλαμβάνει στο βαθμό που από τις περιστάσεις προκύπτει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αξιωθεί. Ο προμηθευτής ενεργεί κατά τρόπο καταχρηστικό, αν δεν συμμορφώνεται προς τις επιταγές αυτές. Τέτοια χαρακτηριστικά έχει ο ΓΟΣ εκείνος που επιτρέπει στον ασφαλιστή ως προμηθευτή να προβεί αυτός μονομερώς σε μεταβολή ασφαλίστρων σε οποιαδήποτε ημερομηνία ανανεώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως. Σε μία τέτοια περίπτωση (μονομερούς αναπροσαρμογής) ο αντισυμβαλλόμενος-καταναλωτής παραδίδεται στην κρίση του προμηθευτή για την ορθότητα και αναγκαιότητα της αναπροσαρμογής χωρίς αυτός να μπορεί να προβλέψει κάτω από ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση θα υποστεί πρόσθετες επιβαρύνσεις. Η καταχρηστικότητα τέτοιου όρου δεν αίρεται από την παρεχόμενη στον καταναλωτή δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Τέτοια δυνατότητα δεν μεταβάλει σε τίποτα την αβεβαιότητα ενδεχόμενων μελλοντικών επιβαρύνσεων του καταναλωτή.  

Και ναι μεν ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ ότι «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο». Όμως η τελευταία αυτή διάταξη εκτοπίζεται από την ειδικώς ρυθμίζουσα το ζήτημα διάταξη του αρθ. 2 παρ.7 περ. ε΄ του Ν.2251/94 σύμφωνα με την οποία «καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που : α)…ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο». Το εκ της τελευταίας αυτής διατάξεως πηγάζον προαπαιτούμενο της συγκεκριμενοποιήσεως και του ευλόγου της διαμορφώσεως των σχετικών εξουσιών επεμβάσεως του προμηθευτή (εν προκειμένω ασφαλιστή) προορίζεται να προστατεύσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος από τη μονομερή εξουσία προσδιορισμού της παροχής του προμηθευτή. Η δίκαιη κρίση της ΑΚ 371 προϋποθέτει την εφαρμογή ευλόγων κριτηρίων για την αναπροσαρμογή. Ο Ν. 2251/94 βαίνει πέρα από την παραπάνω διάταξη γιατί αξιώνει στις καταναλωτικές σχέσεις τα κριτήρια αυτά ν’ αναφέρονται στη σύμβαση. Ο ν.2251/94 (αρθ.2 παρ.7 εδ.ια΄) δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει ν’ αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλόγα κριτήρια. Όμως το γενικό και αόριστο κριτήριο της δίκαιης κρίσης κατά την ΑΚ 371 δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το κατάλληλο μέσο για την προστασία του αντισυμβαλλόμενου- καταναλωτή. Η ΑΚ 371 είναι στο νόμο καταστρωμένη για τον τύπο μίας ατομικής συμβάσεως και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις, στις οποίες οι όροι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης όπως συμβαίνει με τους Γ.Ο.Σ… (βλ. ΑΠ 1030/2001, ΔΕΕ 2001, 1127)». 

(ΑΠ 1030/2001.pdf)