Εισήγηση του Δημήτρη Σπυράκου, ως Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή, στο ΙNSURANCE MONEY CONFERENCE, με θέμα «Η διαφάνεια ως θεμέλιο για την ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς», στην Αθήνα, 03.11.2010

04-08-2013

INSURANCE MONEY CONFERENCE Αθήνα, 03.11.2010   

 

H  διαφάνεια ως θεμέλιο για την ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς      Δημήτρη Σπυράκου   

                                          

 Είναι γεγονός ότι η ιδιωτική ασφάλιση  έχει σήμερα μπροστά της μία μεγάλη πρόκληση και ευκαιρία καθώς η εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και οι δημοσιονομικές δυσχέρειες  παράγουν αυξημένες ανάγκες και προσδοκίες για έναν συμπληρωματικό ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης στη συνταξιοδοτική κάλυψη και στην παροχή υπηρεσιών πρόνοιας και περίθαλψης για τον πολίτη. Περισσότεροι πολίτες αισθάνονται πλέον την  επιθυμία να φροντίσουν και οι ίδιοι  για τη βελτίωση της μελλοντικής κάλυψης από οικονομικούς κινδύνους, στρεφόμενοι στην ιδιωτική πρόνοια.

Από την άλλη οφείλουμε να αναγνωρίσουμε   ότι η ιδιωτική ασφάλιση αντιμετωπίζει μεγάλη δυσπιστία για το αν πράγματι είναι σε θέση να ανταποκριθεί  στις προσδοκίες των καταναλωτών. Η δυσπιστία αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εμπορικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν στο παρελθόν και  καλλιεργούσαν αναληθείς προσδοκίες στους καταναλωτές για τα ασφαλιστικά προϊόντα που αργότερα, όταν διαψεύδονταν, τους απογοήτευαν και τους απομάκρυναν από αυτή. Οφείλεται περαιτέρω στην έλλειψη επαρκούς διαφάνειας στη λειτουργία της που είχε ως αποτέλεσμα να μην επιτρέψει στην ίδια την ιδιωτική ασφάλιση να αναπτυχθεί σε ένα υγιές ανταγωνιστικό περιβάλλον  και να λάβει υπόψη της, ιδίως στις ασφαλίσεις ζωής,  ισότιμα και αμοιβαία τα συμφέροντα των καταναλωτών στο σχεδιασμό και τη διαμόρφωση του ασφαλιστικού προϊόντος.

Αν πράγματι όμως θέλουμε να αξιοποιήσουμε την προοπτική που διανοίγεται για την ιδιωτική ασφάλιση, θα πρέπει να πάρουμε αποστάσεις από πρακτικές του παρελθόντος. Θα πρέπει η Πολιτεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες να συνεργαστούν σε αυτή την κατεύθυνση. Να βελτιώσουν τους πραγματικούς και  δικαιικούς όρους  λειτουργίας της ιδιωτικής ασφάλισης.  Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία  του Υπουργείου Οικονομικών και οι προδιαγραφές της Solvency II έρχονται να συνεισφέρουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στη λειτουργία της με τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού συστήματος εποπτείας και εγγυήσεων όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια και φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών.   Ωστόσο, η κρίση εμπιστοσύνης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο έλλειμμα διαφάνειας και προστασίας του ασφαλισμένου στο λεγόμενο μικροσκοπικό επίπεδο, στη συναλλακτική σχέση του ασφαλισμένου με την ίδια την ασφαλιστική εταιρεία.

Η διαφάνεια είναι το αναγκαίο θεμέλιο για την ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης. Είναι αυτή που προσφέρει στον ασφαλισμένο το συστατικό στοιχείο της ασφάλισης, τη σιγουριά, τη δυνατότητα δηλαδή να γνωρίζει με σαφήνεια και ασφάλεια το περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης.  Η έλλειψη διαφάνειας καθιστά ελαττωματική την παροχή της ασφαλιστικής υπηρεσίας. Οι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης είναι αυτοί που δίνουν υπόσταση, αυτοί μέσα από τους οποίους συλλαμβάνεται  το αγαθό της ασφάλισης, και με αυτή την έννοια η διαφάνεια των όρων διαμορφώνει την ποιότητα της παροχής του ασφαλιστή. Συγχρόνως, όμως, και ιδίως στην ασφάλιση ζωής, οι όροι είναι συχνά τόσο σύνθετοι ώστε η κατανόηση του περιεχομένου τους και των συνεπειών τους να καθίσταται  δυσχερής για τον καταναλωτή. Η πληροφόρηση που παρέχεται στον λήπτη της ασφάλισης  και η διαφάνεια των όρων είναι αυτές που επιτρέπουν  στον  μη κατέχοντα ειδικές γνώσεις καταναλωτή να αντιληφθεί, δίχως την προσφυγή σε ειδικούς,  αρνητικές από το περιεχόμενο των όρων συνέπειες. Γι’ αυτό και όταν γίνεται λόγος για διαφάνεια, δεν πρόκειται μόνο για το αν οι όροι  αυτοί καθ’ εαυτοί είναι κατανοητοί στο μέσο καταναλωτή αλλά κυρίως για το αν με το περιεχόμενό τους και τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται, την πληροφόρηση από την οποία συνοδεύονται,  καθιστούν στους καταναλωτές γνωστά  με τη μεγαλύτερη δυνατή  σαφήνεια και τα τυχόν μειονεκτήματα και τις επιβαρύνσεις που συνεπάγονται.

Ο καταναλωτής είναι σε θέση να λαμβάνει τη σωστή απόφαση για την ασφαλιστική του κάλυψη, αν έχει την  πληροφόρηση, που είναι σημαντική για την απόφασή του. Εξάλλου, η  πολυπλοκότητα που έχει η ασφάλιση θα μπορούσε  να οδηγήσει σε μία υπερφόρτωση του καταναλωτή σε πληροφορίες που πρακτικά όμως θα προκαλούσε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή  απροθυμία ανάγνωσης των εντύπων και παραίτησης από την πληροφόρηση. Είναι γι’ αυτό ιδιαίτερα σημαντικό σε μία πρώτη φάση να εξασφαλίζουμε την ανακοίνωση σε αυτόν  των  κρίσιμων στοιχείων της ασφάλισης κατά τρόπο ευσύνοπτο, επιγραμματικό και κατανοητό. Με σχετικές  δε υποδείξεις ή διευκρινίσεις να  δίνουμε εν συνεχεία την πρόσθετη πληροφόρηση. Δυστυχώς σήμερα η πληροφόρηση προς τον ασφαλισμένο δεν εστιάζει πάντα στα κρίσιμα για την απόφασή του στοιχεία, προτάσσοντας στην πράξη λιγότερο βαρύνουσες πληροφορίες. Κρίσιμα στοιχεία μάλιστα αποσιωπώνται με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να σχηματίζει συχνά ανακριβή εικόνα για την ασφάλιση και τις παροχές της.

Για να είναι σε θέση λοιπόν ο καταναλωτής να λαμβάνει τις σωστές για τον ίδιο  αποφάσεις, θα πρέπει να ενισχύσουμε και να διευρύνουμε τα καθήκοντα πληροφόρησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές. Μόνο ο καλά ενημερωμένος καταναλωτής μπορεί να λάβει τις σωστές για το μέλλον του αποφάσεις.  Θα ήθελα να επεξηγήσω και να εξειδικεύσω τη θέση  με αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Στην ασφάλιση ζωής δημιουργούνται συχνά ανακριβείς εντυπώσεις για το περιεχόμενο των παροχών προς τον ασφαλισμένο. Πράγματι, το ύψος  αυτών δεν μπορεί να προδιαγραφεί πέραν της εγγυημένης απόδοσης. Ο λήπτης της ασφάλισης δεν είναι κατά κανόνα σε θέση να επεξεργαστεί και να κατανοήσει τους πολύπλοκους μαθηματικούς, εποπτικούς και ισολογιστικούς κανόνες που διαμορφώνουν το ασφαλιστικό προϊόν. Χρειάζεται γι’ αυτό μία απλοποίηση των πληροφοριών και η  απλοποίηση αυτή επιχειρείται συνήθως με τη χορήγηση παραδειγμάτων υπολογισμού των αποδόσεων μέσω πινάκων που εμπεριέχονται στο ασφαλιστήριο που, ωστόσο, μπορούν, όταν δεν περιγράφονται με σαφήνεια ως μη δεσμευτικοί  για τον ασφαλιστή και δεν αντιπαραβάλλονται απέναντι σε έναν πίνακα που αποδίδει την εγγυημένη απόδοση, να οδηγούν σε εσφαλμένες προσδοκίες. Δυστυχώς, όπως καταδεικνύεται από αδιάλειπτη εμπειρία δεκαετιών  οι πίνακες με ενδεικτικές  αποδόσεις που χορηγούνται στους καταναλωτές είναι μακράν από την πραγματικότητα που ακολουθεί. Οι πίνακες αυτοί ωραιοποιούν τους αριθμούς και παρουσιάζουν τη  συμμετοχή στο προϊόν υπεραπόδοσης περίπου ως δεδομένη.

Το πρόβλημα, μάλιστα, είναι ακόμη μεγαλύτερο στα ασφαλιστικά προϊόντα επενδυτικού χαρακτήρα. Είναι γνωστό ότι όσον αφορά την προώθηση επενδυτικών προϊόντων από εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή πιστωτικά ιδρύματα ισχύουν αυστηροί κανόνες ενημέρωσης και διαφώτισης του πελάτη, που περιλαμβάνουν μάλιστα την αξιολόγηση του επενδυτικού του χαρακτήρα, τον έλεγχο της συμβατότητας του προϊόντος με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του  και προειδοποίηση για τους κινδύνους που αυτό ενέχει σε περίπτωση επιλογής του. Αντίστοιχοι κανόνες δεν ισχύουν για την προώθηση ασφαλιστικών προϊόντων επενδυτικού χαρακτήρα. Αυτό μολονότι το καταναλωτικό κοινό συνδέει την ασφάλιση με το την κάλυψη οικονομικών κινδύνων, εντέλει με σιγουριά και ασφάλεια, και επόμενο είναι να αιφνιδιάζεται όταν ακολουθεί η απώλεια  κεφαλαίου που καταβάλει. Ωστόσο, η ενημέρωση και διαφώτιση του ασφαλισμένου  για τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού ασφαλιστικού προϊόντος,  τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται, τη συμβατότητά του με τους στόχους και επιθυμίες του πελάτη, είναι στην πράξη ανύπαρκτη. Άλλωστε, είναι αυτή η έλλειψη κανόνων διαφάνειας που επέτρεψε τα τελευταία ιδίως χρόνια να προωθηθούν μέσω της ασφαλιστικής αγοράς επενδυτικά κατά βάση προϊόντα, προκειμένου να παρακαμφθούν θεμελιώδεις υποχρεώσεις ενημέρωσης και διαφώτισης των πελατών που όμως ισχύουν όταν τέτοια προϊόντα προωθούνται από άλλους  κλάδους της αγοράς. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να υστερεί απέναντι σε κλάδους που άλλωστε ανταγωνίζεται σε προστατευτικούς κανόνες.

Υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία που έχουν βαρύνουσα σημασία για την επιλογή του καταναλωτή, για τα οποία  επειδή αυτός δεν γνωρίζει τη τεχνική διαμόρφωσης ενός ασφαλιστικού προϊόντος, πιθανότατα δεν θα ρωτήσει. Θα πρέπει όμως να ενημερωθεί γι’ αυτά πριν τη σύναψη της ασφάλισης.  Έτσι λ.χ. η εμπειρία δείχνει ότι ένας σημαντικός αριθμός συμβολαίων ζωής λύεται ήδη αρκετά χρόνια πριν την προβλεπόμενη διάρκεια για διαφόρους προσωπικούς λόγους του λήπτη της ασφάλισης (οικονομική αδυναμία καταβολής του  ασφαλίστρου, λόγω ανεπάρκειας του εισοδήματος, ανεργίας,  άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς, μεταβολή των επιλογών του λήπτη της ασφαλισης κ.α). Ο καταναλωτής, για  να είναι σε θέση  να λάβει μία σωστή απόφαση, θα πρέπει  να γνωρίζει ήδη κατά το χρόνο επιλογής της ασφάλισης τα μειονεκτήματα που θα έχει σε περίπτωση πρόωρης εξαγοράς.

Ένα εξάλλου σημαντικό ζήτημα που θα πρέπει να εξετάσουμε είναι και ο τρόπος που θα παρέχεται η πληροφόρηση και ο τρόπος με τον οποίο θα εξασφαλίζεται ότι πράγματι η πληροφόρηση δόθηκε στον καταναλωτή.

Η πληροφόρηση δεν πρέπει ασφαλώς να περιορίζεται μόνο στο χρόνο σύναψης της σύμβασης αλλά να παρέχεται και μετά από αυτή. Η ασφαλιστική εταιρεία  θα πρέπει να  κρατά ενήμερο τον λήπτη της ασφάλισης για όλες τις εξελίξεις ή  τις μεταβολές που τον ενδιαφέρουν. Θα πρέπει έτσι να ενημερώνεται κάθε χρόνο για τη συμμετοχή του στο προϊόν υπεραπόδοσης. Θα πρέπει να ενημερώνεται για το ασφάλιστρο και πως αυτό επιμερίζεται, ποιο ποσόν αντιστοιχεί σε κάθε παροχή. Η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να ενημερώνει τον πελάτη τόσο πριν και κατά τη σύναψη της σύμβασης όσο και κατά τη διάρκεια αυτής για όλα τα κρίσιμα για τον πελάτη στοιχεία.

Ένα εξάλλου κρίσιμο στοιχείο για το οποίο δεν ενημερώνεται σήμερα ο ασφαλισμένος, ιδίως στις παραδοσιακές ασφαλίσεις ζωής, είναι το κόστος της ασφάλισης, δηλ. τα έξοδα πρόσκτησης και λειτουργικά έξοδα. Τα έξοδα μάλιστα που αντιστοιχούν σε όλη τη διάρκεια της ασφάλισης προκαταβάλλονται κατά το συντριπτικό τους μέρος με τα πρώτα ήδη ασφάλιστρα.  Πρόκειται για μία πρακτική που είναι προδήλως άδικη για τον καταναλωτή. Ασφαλώς, η πρώιμη καταβολή και συμψηφισμός των εξόδων  εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς ο μηχανισμός διακίνησης και προώθησης των υπηρεσιών της κινητοποιείται έτσι στο μέγιστο βαθμό, δίχως η ίδια να έχει κανένα κόστος. Όλοι όσοι ασχολούνται με τη διακίνηση του προϊόντος μπορούν περαιτέρω να είναι ικανοποιημένοι που θα εισπράξουν την αμοιβή τους. Αυτό όμως ζημιώνει τον καταναλωτή, περισσότερο από όση ζημία θα μπορούσε να δικαιολογήσει οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα του ασφαλιστικού προϊόντος. Αφενός γιατί του στερεί μία απόδοση του κεφαλαίου του (αξία εξαγοράς) από τα πρώτα χρόνια, και τον ζημιώνει έτσι στην διόλου σπάνια περίπτωση που εξαγοράζει πρόωρα το συμβόλαιό του. Συγχρόνως, όμως, ενθαρρύνει  κίνητρα για παράνομες συμπεριφορές, καθώς μάλιστα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που διαμεσολαβητές, που δεν έχουν να περιμένουν άλλη άξια λόγου αμοιβή από τη συνέχιση της σύμβασης, παρακινούν τον ασφαλισμένο να αλλάξει εταιρεία για να εισπράξει εκ νέου προμήθεια. Εντέλει, ο προκαταβολικός συμψηφισμός του ασφαλίστρου με τα έξοδα ενθαρρύνει κακές πρακτικές στρατολόγησης διαμεσολαβητών.  Δυστυχώς, οι ασφαλίσεις ζωής έχουν σχεδιασθεί, απόντων των καταναλωτών,  από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις,  κατά τρόπο που να διασφαλίζει τα δικά τους πρωτίστως συμφέροντα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών δεν έχουν συνυπολογισθεί   ισότιμα και αμοιβαία στο σχεδιασμό και τη διαμόρφωση του ασφαλιστικού προϊόντος.

Ωστόσο, από την ενίσχυση των κανόνων διαφάνειας δεν θα βγει ωφελημένος μόνο ο καταναλωτής αλλά για αυτόν ακριβώς το λόγο η ιδιωτική ασφάλιση και όσοι εμπλέκονται στην άσκησή της. Βλέπουμε έτσι ότι ενώ τα τελευταία χρόνια οι ανάγκες για ιδιωτική ασφάλιση ζωής είναι προδήλως αυξημένες, ο κύκλος των εργασιών δεν αυξάνεται ανάλογα, και αυτό ήδη πριν την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η ιδιωτική ασφάλιση κινείται περισσότερο στο πλαίσιο ενός εσωστρεφούς ανταγωνισμού.  Διατηρώντας οι ασφαλιστικές  εταιρείες κρίσιμα χαρακτηριστικά των προϊόντων τους στην αδιαφάνεια και εκτός ανταγωνισμού, η ασφάλιση ζωής στερείται στη διαμόρφωσή της τις ευεργετικές επιδράσεις του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός όμως που έχει να αντιμετωπίσει  μία ασφαλιστική εταιρεία δεν είναι τόσο αυτός των άλλων  ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά αυτός των εναλλακτικών προς την ασφάλιση  δυνατοτήτων επένδυσης ή αποταμίευσης κεφαλαίου.

Η ιδιωτική ασφάλιση θα πρέπει να διαμορφώσει το κόστος της σε ανταγωνιστικά προς τις εναλλακτικές δυνατότητες τοποθέτησης των κεφαλαίων επίπεδα.  Δεν παραγνωρίζω την ιδιαιτερότητα των ασφαλιστικών καλύψεων, την έμφαση στη μελλοντική κάλυψη κινδύνων και αναγκών που προσφέρουν, όμως το υψηλό κόστος δεν δικαιολογείται και δεν ισοσκελίζεται ούτε από την κάλυψη κινδύνου που εμπεριέχεται – όχι πάντα μάλιστα – στην ασφάλιση ζωής. Άλλωστε, και η κάλυψη κινδύνου   μπορεί να αποτιμάται αυτοτελώς σε αξία για τον καταναλωτή και ουδόλως δικαιολογεί την έλλειψη επαρκούς διαφάνειας. Η ,μεγένθυση της «πίτας» της ιδιωτικής ασφάλισης όχι μόνο θα αναπληρώσει  απώλειες από  ενδεχόμενη μείωση του κόστους της αλλά θα αυξήσει τα κέρδη και οφέλη για όλους τους εμπλεκόμενους.  Προάγοντας λοιπόν τους κανόνες πληροφόρησης και διαφάνειας, η ιδιωτική ασφάλιση θα υποχρεωθεί  να βελτιώσει τον τρόπο λειτουργίας της και τα προϊόντα της, ιδίως στον τομέα των ασφαλειών ζωής, γιατί ο καταναλωτής θα είναι σε θέση να συγκρίνει και να επιλέγει.

Είναι σαφές εξάλλου ότι δεν αρκεί  μόνο η καλύτερη πληροφόρηση.  Θα πρέπει να περιοριστούν – και με νομοθετικές παρεμβάσεις – και σημαντικά οικονομικά μειονεκτήματα των πελατών. Για να μπορέσει λ.χ. να λειτουργήσει ο καταμερισμός των εξόδων σε μεγαλύτερη διάρκεια της ασφάλισης, θα πρέπει να ενισχυθεί η θέση των διαμεσολαβούντων, να μπορούν δηλαδή να εισπράξουν την προμήθειά τους σε αντίστοιχο βάθος χρόνου.

Το ίδιο όμως έλλειμμα σε διαφάνεια συναντάται σε άλλους τομείς, όπως τις ασφαλίσεις νοσοκομειακής κάλυψης. Οι ασφαλισμένοι αιφνιδιάζονται σε αυτές από υπέρογκες αυξήσεις τις οποίες αν αυτοί γνώριζαν ότι θα ακολουθούσαν δεν θα είχαν συνάψει ποτέ τη σύμβαση. Οι ασφαλισμένοι έχουν και εν προκειμένω το δικαίωμα στη διαφάνεια, να γνωρίζουν δηλαδή με βάση ποια συγκεκριμένα και εύλογα κριτήρια θα γίνεται η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου. Η σημερινή κατάσταση ευθύνεται άλλωστε για ένα φαύλο κύκλο αυξήσεων στο χώρο της ιδιωτικής υγείας και των νοσοκομειακών ασφαλίσεων, καθώς  η αύξηση  του κόστους νοσηλείας μετακυλίεται μέσα από καταχρηστικές πρακτικές στους ασφαλισμένους. Ο πολίτης προσδοκά από τις ασφαλιστικές εταιρείες πρωτίστως ασφάλεια και σιγουριά, και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται σε αυτά τα στοιχεία. Θα πρέπει και εν προκειμένω να εξετάσουμε λοιπόν τη θέσπιση κριτηρίων που θα οριοθετούν την αύξηση των ασφαλίστρων.

Αν η ιδιωτική ασφάλιση θέλει να διεκδικήσει έναν αξιοπρόσεκτο συμπληρωματικό ρόλο στην κοινωνική ασφάλιση, πρέπει να βελτιώσει σημαντικά τα προϊόντα της, να τα διαμορφώσει φιλικότερα για τους καταναλωτές, και όχι να συγκαλύπτει τα μειονεκτήματά τους μέσα από την αδιαφανείς ή ασαφείς όρους.

Η υφιστάμενη νομοθεσία δεν αντικατοπτρίζει την προστασία που αρμόζει στον καταναλωτή. Διαχρονικά, το πλήθος των κανονιστικών αποφάσεων, που εξαιτίας της πολυπλοκότητάς τους διέφευγαν του πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου, εδραίωσαν μία ομοιόμορφη στην πράξη και έξω από τον ανταγωνισμό πρακτική.  Η πολυπλοκότητα αυτή δεν αντισταθμίστηκε στη νομοθεσία από τη θέσπιση υποχρεώσεων για τις ασφαλιστικές εταιρείες για απλή και κατανοητή ενημέρωση των καταναλωτών σε κρίσιμα στοιχεία, που θα τους επέτρεπε να σταθμίζουν πράγματι τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της ασφάλισης και να την επιλέγουν.

Υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των δημοσιονομικών προβλημάτων που καθιστούν συχνά δυσχερή τη διεύρυνση πολιτικών παροχών προς τα κοινωνικά στρώματα, γίνεται πιο επιτακτική η ανάγκη να αναπτυχθεί μέσα από τη ρύθμιση των ιδιωτικών σχέσεων μία πολιτική κοινωνικής προστασίας των καταναλωτών. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει στους πολίτες ένα κοινωνικό κράτος δικαίου και ένα σύστημα παροχών που εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής.  Συγχρόνως, δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα δημοσιονομικά όρια των  δυνατοτήτων της και την αυξάνουσα συμμετοχή και σπουδαιότητα ιδιωτικών φορέων στην πρόληψη και αντιμετώπιση μελλοντικών κινδύνων.  Γι’ αυτό και η Πολιτεία δεν επιδιώκει και δεν πραγματώνει την ευημερία και εξασφάλιση των πολιτών από οικονομικούς κινδύνους μέσω διοικητικών μόνο μέτρων και παροχών. Έχει επιπροσθέτως την ευθύνη, μέσα από τη θέσπιση κανόνων ιδιωτικού δικαίου, τη προστασία των συναλλασσομένων, να διασφαλίσει ότι  ο συμπληρωματικός ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης στην κάλυψη αναγκών πρόνοιας θα είναι πράγματι ουσιαστικός, θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες και επιθυμίες των καταναλωτών που συμβάλλονται με τις ασφαλιστικές εταιρείες,  θα υπακούει στις αρχές της αμοιβαιότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η ιδιωτική ασφάλιση, αν θέλει να έχει τον σημαίνοντα συμπληρωματικό της ρόλο στην κοινωνική ασφάλιση, θα πρέπει να έχει ένα κοινωνικό πρόσωπο.

Είναι πλέον καιρός να προχωρήσουμε σε μία αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για την ασφάλιση ζωής που θα διασφαλίζει τον συνυπολογισμό των συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων σε αυτή πλευρών. Οι ασφαλίσεις θα πρέπει να εξυπηρετούν εντέλει τον χρήστη τους. Η ενίσχυση των κανόνων διαφάνειας, της διασφάλισης της ενημέρωσης των καταναλωτών σε όλα τα κρίσιμα για την απόφασή τους στοιχεία,  θα επιτρέψει  να αναπτυχθεί ένας υγιής ανταγωνισμός που θα υποχρεώσει  τις ασφαλιστικές εταιρείες να βρουν τον «καλό τους εαυτό. Η διαφάνεια και η δικαιότερη κατανομή των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη αποτελούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις  για να αποκτήσει η ιδιωτική ασφάλιση, ιδίως στον τομέα ασφαλειών ζωής, το απαραίτητο για την ανάπτυξη της δυναμικής της στοιχείο, δηλ. την εμπιστοσύνη του καταναλωτικού  κοινού.