Η έλλειψη διαφάνειας στην ασφάλιση ζωής ως πλημμελής παροχή υπηρεσίας

05-08-2013

Η ασφάλιση ζωής χαρακτηρίζεται, δυστυχώς ακόμη και σήμερα, από μεγάλη αδιαφάνεια, γεγονός που οδηγεί  συχνά σε τριβές και προβλήματα ανάμεσα στις εταιρείες και τους ασφαλισμένους. Οι τελευταίοι δεν ενημερώνονται για κρίσιμα στοιχεία της ασφάλισης ζωής που επηρεάζουν το ασφαλιστικό κεφάλαιο που σχηματίζεται ή την αξία εξαγοράς. Ωστόσο, η έλλειψη διαφάνειας καθιστά ελαττωματική την ίδια την παροχή της ασφαλιστικής υπηρεσίας και ζημιώνει τον λήπτη της ασφάλισης. Οι παρακάτω αναφορές είναι μόνο ενδεικτικές, και όχι ασφαλώς εξαντλητικές, των προβλημάτων που ανακύπτουν.

Η ασφάλιση ζωής έχει κόστος, το οποίο δεν πληροφορούνται οι ασφαλισμένοι. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος των αρχικών ασφαλίστρων χρησιμοποιείται για τον προκαταβολικό συμψηφισμό των εξόδων πρόσκτησης της ασφάλισης (αμοιβές ή έξοδα διαμεσολαβούντων και ασφαλιστικής εταιρείας από τη σύναψη της ασφάλισης), τα οποία διαμορφώνονται εξαρχής με βάση τη συνολική διάρκεια της ασφάλισης θεωρώντας ως δεδομένο ότι αυτή θα εξαντληθεί. Ο συμψηφισμός αυτός έχει ως αποτέλεσμα η ασφάλιση να μην εμφανίζει αξία εξαγοράς ή να εμφανίζει μικρή τέτοια στην πρώιμη  φάση της ασφάλισης. Συχνά  η ασφάλιση επιβαρύνεται σε ετήσια βάση με (ποσοστιαία) διαχειριστικά ή  λειτουργικά έξοδα, για τα οποία ομοίως δεν ενημερώνεται ο λήπτης της ασφάλισης. Η άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς συνεπάγεται ενδεχομένως την επιβολή ποινής, γεγονός για το οποίο επίσης δεν παρέχεται καμία πληροφόρηση με τους όρους της ασφάλισης. Τα παραπάνω μειονεκτήματα εισάγονται αιφνιδιαστικά στη σύμβαση, μέσω της παραπομπής στον πίνακα αξιών, δίχως να γίνεται στη σύμβαση καμία επισήμανση για τις παραπάνω χρεώσεις ή μειονεκτήματα. Ωστόσο, ο λήπτης της ασφάλισης δεν  γνωρίζει ότι υπάρχουν τέτοια έξοδα και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζει τη μέθοδο απόσβεσης που εφαρμόζει  ο ασφαλιστής. Δεν είναι συνεπώς «υποψιασμένος» για τα εν λόγω μειονεκτήματα, ώστε να προστρέξει στον πίνακα αξιών, και πάντως δεν είναι σε θέση να τον επεξεργαστεί μαθηματικά και να συναγάγει τα παραπάνω. Μάλιστα, οι δε ενδεικτικοί πίνακες αποδόσεων που επισυνάπτονται στο ασφαλιστήριο ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα.

Οι παραπάνω πληροφορίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την ικανότητα του καταναλωτή να κατανοήσει την ασφάλιση, να τη συγκρίνει με άλλες δυνατότητες αποταμίευσης ή οργάνωσης της κάλυψης του κινδύνου. Η αποσιώπηση των στοιχείων αυτών, στο βαθμό που δεν συνειδητοποιούνται και δεν επηρεάζουν την απόφαση του καταναλωτή, οδηγούν σε ένα έλλειμμα ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα να μην συμπιέζεται το κόστος της ασφάλισης και να μην βελτιώνεται ο σχεδιασμός των προϊόντων.

Οδηγούν κυρίως όμως τον καταναλωτή στη δημιουργία ανακριβών εντυπώσεων και σε αποφάσεις που τον ζημιώνουν. Ζημιά που αν γνώριζε την αλήθεια θα μπορούσε να αποφύγει. Εφόσον συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις μπορεί να τεθεί ζήτημα αποκατάστασης ζημίας.

Είναι γεγονός ότι η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε άλλες χώρες, δεν προβλέπει ρητά την υποχρέωση ενημέρωσης για τα παραπάνω στοιχεία. Εξαντλείται σε μάλλον υποδεέστερης βαρύτητας στοιχεία. Ωστόσο, στο βαθμό που τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για την επιλογή του καταναλωτή, η υποχρέωση ενημέρωσης και διαφώτισης προκύπτει με βάση διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ας επισημανθεί ότι στη νομολογία είναι ανοικτό το ζήτημα της αδιαφάνειας και καταχρηστικότητας των όρων για την αξία εξαγοράς και τη ελευθεροποίηση της ασφάλισης από την καταβολή ασφαλίστρων, ενώ καταναλωτές έχουν επιτύχει με δικαστικές αποφάσεις την αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστησαν εξαιτίας της παραπληροφόρησης.