Παράνομη και καταχρηστική η επιβολή «εξόδων δανείου» στους δανειολήπτες. Δικαιώνονται οι δανειολήπτες που αξιώνουν την επιστροφή τους.

29-08-2013

Καταχρηστική  η επιβολή  «εξόδων δανείου» ή «εξόδων προέγκρισης δανείου» ή «εξόδων εξέτασης αιτήματος δανειοδότησης» ή «λειτουργικών εξόδων χορήγησης δανείου» ή εξόδων που φέρουν άλλους συναφείς χαρακτηρισμούς ή «εξόδων νομικού και τεχνικού ελέγχου», δίχως να συναρτώνται αυτά με αποδεδειγμένες δαπάνες προς τρίτους.  Το ίδιο ισχύει και για την πρόβλεψη επιβολής διαφόρων δήθεν «λειτουργικών» εξόδων κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Τα πιστωτικά ιδρύματα επιβάλλουν συχνά κατά την κατάρτιση των συμβάσεων στεγαστικού δανείου την υποχρέωση καταβολής εξόδων, τα οποία ωστόσο δεν τελούν σε αντιστοιχία με πραγματικές δαπάνες ή έξοδα στα οποία πράγματι αυτά να έχουν προβεί.  Η καταβολή των εξόδων αυτήν είναι προϋπόθεση για τη χορήγηση των δανείων.

Η επιβολή στον δανειολήπτη  επιβάρυνσης, όπως οι παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, καθώς ο όρος που την προβλέπει, όπως έχει κριθεί σε πλήθος δικαστικών αποφάσεων που κάνουν μάλιστα δεκτά, αντίστοιχα αιτήματα των δανειοληπτών για επιστροφή των ποσών  αυτών, καταχρηστικός ως αδιαφανής με βάση το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94.

Ο όρος κρίνεται  καταχρηστικός ως αδιαφανής γιατί δεν συνδέει την αξίωση καταβολής των δήθεν εξόδων με πραγματικές και αποδεδειγμένες  δαπάνες προς τρίτους για την εν λόγω αιτία. Η χρήση μάλιστα για τη δικαιολόγηση της χρέωσης αυτής των παραπάνω χαρακτηρισμών θεωρείται ότι καθιστά αδιαφανές και αόριστο το τίμημά του, αφού η τράπεζα με βάση

το περιεχόμενο του όρου δεν χρειάζεται να έχει υποβληθεί σε πραγματικά τέτοια έξοδα προς τρίτους ούτε να αποδεικνύει την τέλεσή τους. Η αρχή της διαφάνειας επιτάσσει, εξάλλου, να μην αξιώνει ο προμηθευτής με γενικούς όρους συναλλαγών πρόσθετη αμοιβή για παροχές στις οποίες έτσι κι αλλιώς είναι υποχρεωμένος και συμπεριλαμβάνονται στο τίμημα που καταβάλλει ο καταναλωτής. Εφόσον ο προμηθευτής (η τράπεζα) είναι ελεύθερος να συμφωνήσει με τον καταναλωτή την αμοιβή του (τους τόκους του δανείου), δεν δικαιολογείται για μία παροχή που καλύπτεται από την αμοιβή του αυτή, που εν τέλει ο ίδιος καθόρισε, να απαιτεί με διάφορες ρήτρες επιπρόσθετες αμοιβές.

Οι παραπάνω χρεώσεις ως απαγορευμένες προμήθειες

Σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2501/31.10.2002 (Κεφ. Στ) «δεν επιτρέπεται η είσπραξη οποιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων». Συνεπώς, η υποχρέωση πληρωμής εξόδων, όπως τα παραπάνω,  δίχως να αποδεικνύεται η προς τρίτους πραγματοποίησή τους κρίνονται στη νομολογία ως  συγκαλυμμένη προμήθεια και απαγορεύεται. Η απαγόρευση είναι γενική, καταλαμβάνει τόσο τις καταναλωτικές όσο και τις επαγγελματικές ή επιχειρηματικές χορηγήσεις. Επομένως, η σχετική συμφωνία για την καταβολή τους είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ.

 

(ενδεικτικές αποφάσεις)