Λογαριασμός Μισθοδοσίας – Παράνομη η κατάσχεση και ο συμψηφισμός του υπολοίπου του λογαριασμού μισθοδοσίας με απαιτήσεις της τράπεζας, κατά το μέρος που το υπόλοιπο δεν υπερβαίνει το ύψος ενός μισθού ή σύνταξης. Δεν επιτρέπεται ανέκκλητη εντολή. Άκυροι οι αντίθετοι τραπεζικοί όροι. Ανεκχώρητο μισθού ή σύνταξης

15-09-2013

Σύμφωνα με το ά. 982 παρ. 2 περ. Δ ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου η εξαίρεση αυτή «ισχύει και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα». Η εξαίρεση (απαγόρευση κατάσχεσης) ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

Σύμφωνα, επομένως, με τα παραπάνω, δεν μπορεί να κατασχεθεί υπόλοιπο του λογαριασμού μισθοδοσίας μέχρι το ύψος της παραπάνω απαίτησης, δηλαδή του μισθού ή της σύνταξης. Η εξαίρεση αυτή λαμβάνει υπόψη τη σύγχρονη πραγματικότητα της απ’ ευθείας καταβολής του μισθού ή της σύνταξης σε τραπεζικό λογαριασμό του μισθωτού ή του συνταξιούχου και σκοπό έχει να διασφαλίσει την ουσιαστική προστασία του ακατάσχετου του μισθού και την πρόσβασή του σε αυτό, με την επέκταση της προστασίας και στο λογαριασμό καταθέσεως της μισθοδοσίας, ώστε να είναι σε θέση ο μισθωτός ή συνταξιούχος να καλύπτει τις τρέχουσες βιοτικές του ανάγκες.

Εξάλλου το άρθρο 451 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ) απαγορεύει το συμψηφισμό κατά ακατάσχετης απαίτησης. Επομένως, οποιοσδήποτε όρος  με τον οποίο προβλέπεται ο συμψηφισμός κατά της παραπάνω απαίτησης είναι παράνομος και άκυρος καθώς προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 451 ΑΚ.  Περαιτέρω, κατά το άρθρο 464 ΑΚ  απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες. Οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία των μερών. Επομένως, απαγορεύεται η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά τα ανωτέρω, κάθε δε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ.

Η παραπάνω απαγόρευση ισχύει και για κάθε δικαιοπραξία που έχει σαν σκοπό το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα, όπως π.χ η εντολή ή η εξουσιοδότηση για είσπραξη της απαίτησης, καθώς ο σκοπός που επιδιώκεται από τον νομοθέτη είναι η διατήρηση της απαίτησης και της δυνατότητας είσπραξής της από τους δικαιούχους για την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών τους. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται «ανέκκλητη» εντολή προς την τράπεζα για ικανοποίηση των απαιτήσεών της από δάνεια ή πιστώσεις με αναλήψεις από τον λογαριασμό μισθοδοσίας, ώστε να μένει σε αυτόν κατάλοιπο μικρότερο ενός μηνιαίου μισθού ή σύνταξης.

Ο όρος λοιπόν, με τον οποίο ο οφειλέτης εξουσιοδοτεί ήδη από τη σύναψη της σύμβασης ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με κάθε απαιτητή οφειλή της από τη μεταξύ τους σύμβαση οποιονδήποτε λογαριασμό του, είναι μη νόμιμος κατά την έκταση που επιτρέπει το συμψηφισμό της απαίτησης με ποσό που υπάγεται στο ακατάσχετο της παρ. 3 του ά. 982 ΚΠολΔ. (βλ. τη με αριθμό 316/2010 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σελ. 8-9, βλ. Κρητικό εις Α. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ. Κατ’ άρθρο Ερμηνεία, τόμος ΙΙ, άρθρο 464, αριθ.10, Γ. Γεωργιάδη εις Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, 464 αρ.7)

 

Απαγόρευση  εκχώρησης μισθού ή σύνταξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την πληρωμή απαιτήσεων από δάνεια ή πιστώσεις

Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν επιτρέπεται η εκχώρηση μισθού ή σύνταξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την πληρωμή απαιτήσεων από δάνεια ή πιστώσεις. Τούτο δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 464 ΑΚ, 982 παρ. 2 εδ. δ ΚΠολΔ,  31 ΚΕΔΕ, 62 Ν. 2214/1994, 19 Ν. 2322/1995, 1 Ν. 1453/1938 και 52 παρ. 20 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η εκχώρηση μέρους του μισθού του υπαλλήλου, έστω και εάν συμφωνεί, σε κανένα δανειοδοτικό οργανισμό (τράπεζες κλπ Ν.Π.Ι.Δ.) για την εξόφληση δανείου, με εξαίρεση το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για δάνεια που αφορούν την αγορά πρώτης κατοικίας και για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο για στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν μέχρι το 2002 (βλ. τη με αριθμό 316/2010 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σελ. 8-10).

Ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα που ακολουθούν την παραπάνω πρακτική υποστηρίζουν ότι στα δάνεια με εκχώρηση μισθού πρόκειται για ειδικά προϊόντα-δάνεια που χορηγούνται με μειωμένο επιτόκιο σε σχέση με άλλα δάνεια της ίδιας κατηγορίας υπό την προϋπόθεση ακριβώς ότι ο εργοδότης θα παρακρατά μέρος του μισθού που αντιστοιχεί στη δόση του δανείου και θα το αποδίδει σε αυτά  με βάση σχετική ανέκκλητη εντολή και εξουσιοδότηση προς αυτήν. Συνεπώς, αν παρ’ όλα αυτά ο δανειολήπτης, αμφισβητήσει τη νομιμότητα της ανέκκλητης εντολής και άρει αυτή, υποστηρίζουν ότι θα καταγγείλουν τη σύμβαση ή  θα αυξήσουν μονομερώς το επιτόκιο. Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή θα ήταν καταχρηστική και παράνομη, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2251/94 για την προστασία των καταναλωτών, η τράπεζα δεν μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα της σύμβασης, άρα και να την καταγγείλλει,  για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι όροι είναι άκυροι.

 

Δικαίωμα σε ακατάσχετο λογαριασμό

Αξίζει να επισημανθεί ότι με το άρθρο 20 του ν. 4161/2013 καταθέσεις μέχρι το ύψος των 1.500 ευρώ  και, σε περίπτωση κοινού λογαριασμού, μέχρι το ποσόν  των 2.000 ευρώ είναι ακατάσχετες (συνεπώς δεν μπορούν να συμψηφιστούν με απαιτήσεις της τράπεζας). Με δήλωσή του προς το πιστωτικό ίδρυμα ο καταθέτης προσδιορίζει τον λογαριασμό για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Σε περίπτωση ύπαρξης λογαριασμού μισθοδοσίας προσδιορίζεται υποχρεωτικά αυτός ο λογαριασμός.