Ανατοκισμός και «πανωτόκια». Οριοθέτηση στο τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή πίστωσης. Προβλήματα στην εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Υπολογισμός της βάσης της οφειλής.

16-09-2013

Για την προστασία των δανειοληπτών από την  υπέρμετρη και επικίνδυνη διόγκωση των υποχρεώσεών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, εξαιτίας της αδυναμίας να ανταποκριθούν εμπρόθεσμα στις υποχρεώσεις τους, έχουν πράγματι τεθεί από τη νομοθεσία σημαντικοί περιορισμοί.

Κυριότερη, ασφαλώς, είναι η γενικής ισχύος διάταξη  παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, σύμφωνα με την οποία

«η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού».

Η παραπάνω διάταξη αφορά κάθε είδους δάνειο ή πίστωση από πιστωτικό ίδρυμα, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο αυτό χορηγήθηκε (καταναλωτικά, στεγαστικά, επιχειρηματικά, επαγγελματικά, αγροτικά). Η διάταξη οριοθετεί την οφειλή από τη σύμβαση δανείου ή πίστωσης στο τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου «καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος».

Ας επισημανθούν ορισμένα ζητήματα που αποκτούν στην εφαρμογή των διατάξεων ιδιαίτερη πρακτική αξία:

1. Σύμφωνα με το άρθρο  39 του ν. 3259/2004 παραμένουν σε ισχύ και οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, κατά το μέρος που δεν τροποποιήθηκαν από το νόμο αυτό. Το ζήτημα αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας του συντελεστή που θα έπρεπε να εφαρμοστεί για τον υπολογισμό του ορίου στις χορηγήσεις που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.1991 εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ν. 2912/2012 προέβλεπε τον συντελεστή «ΔΥΟ» για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου για τις χορηγήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί μετά το 1990. Το ζήτημα, αυτό, έχει πλέον νομολογιακά αποσαφηνιστεί, δεχόμενο για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής των εν λόγω δανείων – κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 32459/4-8-2012 -  τον μικρότερο συντελεστή (ενδ. .ΑΠ 1449/2012, ΑΠ 1379/2012,  ΑΠ 842/2012).

2. Ιδιαίτερο εξάλλου ζήτημα έχει ανακύψει για τις οφειλές από χορηγήσεις που πραγματοποιήθηκαν  σε αγρότες για  την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, για τις οποίες η συνολική οφειλή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει κατά τη δημοσίευση του ν. 3259/2004 – σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 5 – το διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή πίστωσης. Τούτο ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι η  τράπεζα που κατ’ εξοχήν προέβαινε σε χορηγήσεις στους αγρότες αντιμετωπίζει πολλά από τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που  χορηγούσε ως αναλήψεις στο πλαίσιο ανοικτών λογαριασμών, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνει ως βάση υπολογισμού για το διπλάσιο όχι το σύνολο των κεφαλαίων των βραχυπρόθεσμων δανείων αλλά τη συνολική από αυτά οφειλή, όπως υφίστατο κατά την τελευταία χορήγηση βραχυπρόθεσμου δανείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ενσωματώνει στο κεφάλαιο βάσης όλους τους προηγηθέντες τόκους και ανατοκισμούς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές δεν  προκύπτει και δεν αποδεικνύεται βούληση  για το άνοιγμα πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, έτσι ώστε οι απαιτήσεις της τράπεζας που γεννώνται από την πιστωτική σχέση και οι καταβολές που γίνονται έναντι των απαιτήσεων αυτών, να χάνουν την αυτοτέλειά τους, καθιστάμενες μη απαιτητά κονδύλια πιστώσεως και χρεώσεως ενός ενιαίου λογαριασμού, του οποίου μόνο το υπόλοιπο, το οποίο τυχόν προκύπτει μετά το πέρας της συμβατικής σχέσης, να είναι απαιτητό. Αντίθετα, οι συμβάσεις βραχυπρόθεσμων δανείων λειτουργούσαν διατηρώντας την αυτοτέλειά τους, κάθε σύμβαση εκτελούνταν ξεχωριστά, δίχως να συμμιγνύονται  οι απαιτήσεις και καταβολές. Θα πρέπει, λοιπόν, οι εν λόγω βραχυπρόθεσμες χορηγήσεις να αντιμετωπίζονται  ως  τοκοχρεολυτικά δάνεια, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί, εξαιτίας των καταβολών που είχαν πραγματοποιηθεί στην εξόφληση της απαίτησης της τράπεζας, ή πάντως σε τεράστια μείωση της συνολικής οφειλής.

3. Είναι προφανές ότι, ιδίως στην περίπτωση των αλληλόχρεων λογαριασμών τίθεται με ιδιαίτερη έμφαση το ζήτημα του καθορισμού της βάσης υπολογισμού της οφειλής, ιδίως με την εκκαθάριση του υπολοίπου κατά την τελευταία εκταμίευση από αδικαιολόγητες ή μη νόμιμες χρεώσεις.

4. Όμως πέραν  των παραπάνω ιδιαίτερη αξία προσλαμβάνει η  παραπάνω γενικής ισχύος διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004,  ενόψει της ανακύκλωσης των δανείων ή πιστώσεων από τα ίδια πιστωτικά ιδρύματα. Πράγματι, σε αρκετές περιπτώσεις έχουν χορηγηθεί δάνεια από πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, καθ’ υπόδειξη των πιστωτικών ιδρυμάτων, όχι για το σκοπό που αναγράφεται στη σύμβαση, αλλά για τη λογιστική απόσβεση οφειλών από προηγούμενα δάνεια. Δηλαδή, το νέο κεφάλαιο αφορά την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών (συνεπώς και των «πανωτοκίων») προηγούμενων δανείων. Στην πραγματικότητα πρόκειται λοιπόν για ρυθμίσεις και ως «τέτοιες» θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να αντιμετωπιστούν. Αυτό μπορεί να έχει κατά περίπτωση μεγάλη σημασία καθώς η ανώτατη συνολική οφειλή υπολογίζεται με βάση την αρχική χορήγηση, και όχι το μεταγενέστερο δάνειο. Σε αυτή θα υπολογιστούν επομένως και οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν για την αποπληρωμή του αρχικού δανείου.

Σε αρκετές από τις περιπτώσεις αυτές το ζήτημα διευκρινίζεται μέσα από την αναζήτηση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 806 ΑΚ το δάνειο καταρτίζεται re με την κατά κυριότητα μεταβίβαση στον οφειλέτη των χρημάτων. Η φύση και ο σκοπός του δανείου ενέχουν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο την παράδοση των χρημάτων στον δανειολήπτη. Εφόσον, δεν λαμβάνει χώρα καμία πραγματική προς τον δανειολήπτη εκταμίευση του ποσού του δανείου ούτε δυνατότητα χρήσης αυτού κατά βούληση αλλά για τη λογιστική απόσβεση οφειλών από τα προηγούμενα δάνεια, τότε δεν πρόκειται για νέο δάνειο.

Είναι, εξάλλου, σαφές ότι σκοπός του άρθρου 39  Ν. 3259/2004 είναι να οριοθετήσει την αύξηση της οφειλής ενός δανείου εξαιτίας τόκων και ανατοκισμών. Εφόσον λοιπόν το υποτιθέμενο δάνειο δεν περιλαμβάνει πραγματική χορήγηση προς τον δανειολήπτη αλλά την υποκατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών από άλλα δάνεια (κεφάλαιο, τόκους και ανατοκισμούς), θα συνιστούσε καταστρατήγηση του παραπάνω νόμου αν  η «νέα χορήγηση»  δεν κατανοηθεί σε μία ενότητα με τα προγενέστερα δάνεια για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών των οποίων χρησιμοποιείται. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να οριοθετήσει την οφειλή κατά τρόπο ώστε ο δανειολήπτης να μην καταβάλει για τα δάνεια που εντέλει έλαβε ποσόν μεγαλύτερο του τριπλασίου. Ο σκοπός της οριοθέτησης  καταστρατηγείται, όμως, αν ο δανειολήπτης καταβάλει, εξαιτίας της δήθεν χορήγησης νέων δανείων, και χωρίς να κάνει χρήση άλλου κεφαλαίου για την εξόφληση των δανείων ποσόν μεγαλύτερο του τριπλασίου. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν μάλιστα κατ’ αυτόν τον τρόπο να υποχρεώνουν τους δανειολήπτες να προβαίνουν, αντί ρύθμισης των οφειλών, σε συμφωνίες αναχρηματοδότησης, επιτυγχάνοντας τη διαιώνιση της οφειλής σε επίπεδα πέραν του τριπλασίου. Τούτο, όμως, είναι ασύμβατο με το περιεχόμενο και με τον προστατευτικό σκοπό του άρθρου 39 Ν. 3259/2004.