Υποχρεώσεις ΕΠΕΥ και τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών

10-02-2014

α) Υποχρεώσεις πληροφόρησης και συμβουλευτικής καθοδήγησης του επενδυτή

Ο  επενδυτής, συχνά ακόμη και αυτός που διαθέτει εμπειρία,  δεν είναι σε θέση να λάβει μία ορθή επενδυτική απόφαση, χωρίς αντικειμενική, εξειδικευμένη και προσανατολισμένη στις ανάγκες του πληροφόρηση και παροχή συμβουλής. Προκειμένου να  προστατευθεί από τους κινδύνους εκμετάλλευσης αλλά και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, έχει αναπτυχθεί μία ειδική νομοθεσία, σε ενσωμάτωση μάλιστα κοινοτικών οδηγιών, η οποία, εξειδικεύοντας τις επιταγές της καλής πίστης στον εν λόγω τομέα,  καθορίζει ένα πλήθος υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης που θα πρέπει να ακολουθεί η τράπεζα ή η ΕΠΕΥ κατά την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων.

Ωστόσο, συχνά οι επενδυτικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επιτύχουν την πώληση του επενδυτικού προϊόντος και να εξασφαλίσουν το (συνήθως αμφίπλευρο)  κέρδος τους από αυτή, καταχρώνται την εμπιστοσύνη των πελατών, δεν διερευνούν τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες τους, καταστρατηγούν τις υποχρεώσεις διαφώτισης, αποσιωπούν κρίσιμα χαρακτηριστικά και κινδύνους του προϊόντος. Συγκαλύπτουν έτσι την ακαταλληλότητα του συγκεκριμένου προϊόντος για τον πελάτη και  τον οδηγούν σε επενδυτικές αποφάσεις που αν είχε σωστή πληροφόρηση  δεν θα ελάμβανε.

Στις παραπάνω περιπτώσεις  ο επενδυτής έχει προστασία. Η νομοθεσία προσφέρει τις βάσεις και τα εργαλεία προκειμένου να επιτύχει την πλήρη αποκατάσταση της ζημιάς του. Ήδη δε, έχει διαμορφωθεί και στη χώρα μας, με αφορμή υποθέσεις από τις αθέμιτες, καταχρηστικές και παράνομες πρακτικές που ακολούθησαν ιδίως πιστωτικά ιδρύματα για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων πριν την  χρηματοπιστωτική κρίση, μία ενδιαφέρουσα και πλούσια νομολογία. Οι δικαστικές αποφάσεις δικαιώνουν, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, τις   αξιώσεις αποκατάστασης των ζημιωθέντων επενδυτών

 

β) Νομοθεσία για την παροχή επενδυτικών συμβουλών

Οι υποχρεώσεις   στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ρυθμίζονται ιδίως από το  ν. 3606/2007, την   με αριθμό 1/452/1.11.2007 απόφαση για τους «Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΣΕΠΕΥ) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς  αλλά και άλλες αποφάσεις της τελευταίας. Ωστόσο, πολλές από τις εν λόγω υποχρεώσεις θεωρείται ότι εξειδικεύουν τις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στο πλαίσιο των άρθρων 288, 281, 197 και 198 ΑΚ. Οι διατάξεις αυτές ενσωματώνουν την οδηγία 2004/39/ΕΚ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, τη λεγόμενη Mifid. O Κώδικας Δεοντολογίας ΕΠΕΥ έχει αντικατασταθεί από 1.11.2007 από τις παραπάνω διατάξεις.

 

γ) Υποχρέωση για παροχή επενδυτικής συμβουλής;

Επενδυτικές συμβουλές παρέχουν οι τράπεζες και οι ΕΠΕΥ. Ουσιαστικά σε κάθε συζήτηση για την αγορά ενός (περίπλοκου) επενδυτικού προϊόντος ανάμεσα σε ένα πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ και σ’ έναν επενδυτή καταρτίζεται, κι όταν δεν συνομολογείται,  σιωπηρά μεταξύ τους μία σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Τούτο ανεξαρτήτως από το ποιος έχει τη σχετική πρωτοβουλία για τη συζήτηση ή αν καταβάλλεται αμοιβή. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής η τράπεζα ή η ΕΠΕΥ υποχρεούται  να συμβουλεύσει τον πελάτη ορθά, με σαφήνεια και πληρότητα*.

 

δ) Ο έλεγχος καταλληλότητας

Το περιεχόμενο και η έκταση της συμβουλευτικής υποχρέωσης εξαρτώνται από πλήθος παραγόντων, οι οποίοι αναφέρονται από τη μία στο πρόσωπο του πελάτη, από την άλλη στο αντικείμενο της επένδυσης. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση της υποχρέωσης εξαρτάται αποφασιστικά από τις συνθήκες κάθε ατομικής περίπτωσης.  Πρόκειται για τη γνωστή αρχή της καταλληλότητας των παρεχομένων συμβουλών σε συνάρτηση τόσο με το πρόσωπο του επενδυτή όσο και προς το αντικείμενο της επένδυσης. Ο  έλεγχος καταλληλότητας προηγείται της υπόδειξης για αγορά των τίτλων, και, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί, η ΕΠΕΥ ή η Τράπεζα οφείλει να μην προχωρεί στην παροχή επενδυτικών συμβουλών και να μη συστήνει την αγορά επενδυτικών προϊόντων.

 

ε) Έρευνα επενδυτικού προφίλ

Η τράπεζα ή η ΕΠΕΥ οφείλει καταρχήν πριν την παροχή της συμβουλής να πληροφορείται τα προσωπικά στοιχεία των πελατών της, όπως την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα, την οικονομική και περιουσιακή κατάστασή τους, τους επιδιωκόμενους με την επένδυση στόχους καθώς και τις γνώσεις τους στον τομέα των επενδύσεων προκειμένου να διαπιστώνει αν πράγματι η συγκεκριμένη επένδυση ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τους στόχους του και να προσαρμόζει σε αυτούς την επενδυτική συμβουλή.

 

στ) Πληροφόρηση για το επενδυτικό προϊόν 

Κατόπιν της διερεύνησης του επενδυτικού χαρακτήρα του πελάτη,  η ΕΠΕΥ ή η Τράπεζα, εφόσον  κρίνει ότι το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν είναι κατάλληλο και μπορούν να κατανοηθεί από τον επενδυτή, προχωρά στη χορήγηση των πληροφοριών για τα γνωρίσματα, τις ιδιότητες και  τους κινδύνους του προτεινόμενου επενδυτικού προϊόντος που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν ουσιώδη σημασία για την απόφαση της επένδυσης.  Για το σκοπό αυτό χορηγεί στον πελάτη και συνοπτικό πληροφοριακό έντυπο σχετικά με το ζητούμενο ή προτεινόμενο προς αγορά επενδυτικό προϊόν. Η χορήγηση του εντύπου θα πρέπει να λαμβάνει χώρα επαρκές χρονικό διάστημα πριν την υποβολή της αίτησης αγοράς, ώστε να δίνεται πραγματικά η δυνατότητα στον πελάτη να  μελετήσει,  κατανοήσει, συγκρίνει και επιλέξει το προϊόν.

 

ζ) Άλλες υποχρεώσεις επιμέλειας και προστασίας των συμφερόντων του πελάτη 

Οι ΕΠΕΥ και οι τράπεζες οφείλουν να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επιμέλεια προς διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη, να προβαίνουν σε βέλτιστη εκτέλεση των εντολών τους, να χρησιμοποιούν για την παροχή των υπηρεσιών τους πρόσωπα με πιστοποιημένη επάρκεια, να προλαβαίνουν και, σε κάθε περίπτωση, να αποκαλύπτουν τυχόν σύγκρουση συμφερόντων κ.ά.

 

η) Απλή διαβίβαση και λήψη εντολής

Η υποχρέωση πληροφόρησης και συμβουλευτικής καθοδήγησης του επενδυτή δεν υφίσταται στην περίπτωση της  απλής λήψης και εκτέλεσης εντολής,  όταν δηλαδή ο επενδυτής αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στη διαβίβαση της εντολής ή αυτή διαβιβάζεται χωρίς προσωπική επαφή με τους εκπροσώπους της ΕΠΕΥ ή της τράπεζας. Ωστόσο,  αυτό  ισχύει μόνον όταν η  εντολή αφορά μη περίπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα, την πρωτοβουλία για την παροχή της υπηρεσίας την έχει ο πελάτης και εφόσον προηγουμένως αυτός ενημερώνεται ότι η επενδυτική επιχείρηση δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την καταλληλότητα του μέσου.

 

θ) Αξίωση για αποκατάσταση της ζημίας

Αν η ενημέρωση του πελάτη ήταν ελλιπής, ανακριβής και ασαφής ή η παροχή συμβουλής ακατάλληλη γι’ αυτόν ή δεν επιδείχθηκε από την ΕΠΕΥ ή την τράπεζα η ενδεδειγμένη επιμέλεια, και αυτό είχε  ως αποτέλεσμα ο επενδυτής να λάβει την απόφαση αγοράς επενδυτικού προϊόντος, το οποίο προϊόν διαφορετικά δεν θα αγόραζε, τίθεται πλέον το ζήτημα της αποκατάστασης της ζημίας που τελικά υπέστη από την πλημμελή αυτή συμπεριφορά της ΕΠΕΥ ή της Τράπεζας.


*
Σύμφωνα με το άρθρο 25 ν. 3606/2007 οι ΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών οφείλουν
- να παρέχουν «ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες»,
- να παρέχουν στους πελάτες τους «κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης»,
- όταν «παρέχουν επενδυτικές συμβουλές οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους (έλεγχος καταλληλότητας)»,
- ακόμη, και στην περίπτωση που ο επενδυτής ζητά από την εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή το πιστωτικό ίδρυμα να αγοράσει ένα χρηματοπιστωτικό μέσο για λογαριασμό του (και μάλιστα «σύνθετο»), χωρίς να τον συμβουλεύσει, και πάλι είναι υποχρεωμένη «να ζητά από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας)».