Ο νόμος 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (υπερχρεωμένα νοικοκυριά)

20-07-2014

Μία συνοπτική, απλοποιημένη κατά το δυνατόν, περιγραφή των προϋποθέσεων και της διαδικασίας ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής από αυτά με τη μορφή 29 ερωτήσεων και απαντήσεων.

Τι επιδιώκει ο ν. 3869/2010;

Ο ν. 3869/2010 δίνει διέξοδο στο πρόβλημα της υπερχρέωσης. Όσοι πράγματι βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, μπορούν να επιτύχουν δικαστική ρύθμιση των χρεών τους με βάση τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής για μία περίοδο από 3 έως 5 έτη και, εφόσον ανταποκριθούν σε αυτή τη ρύθμιση, να απαλλαγούν από το υπόλοιπο  των χρεών τους.

Ποια πρόσωπα υπάγονται στις ρυθμίσεις του;

Υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα, όπως μισθωτοί, επαγγελματίες κ.ά. Δεν υπάγονται μόνο όσοι έχουν, σύμφωνα με τον πτωχευτικό κώδικα, πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή κατεξοχήν οι έμποροι. Ωστόσο, δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα οι μικρέμποροι.

Ποιοι λογίζονται ως μικρέμποροι;

Δεν υπάρχει ορισμός στη νομοθεσία. Λογίζονται κατεξοχήν ως μικρέμποροι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις, δίχως υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο,  αποβλέποντας όχι στην κερδοσκοπία αλλά σε ένα εισόδημα που αντιστοιχεί στη  σωματική τους καταπόνηση  και στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών. Το περιεχόμενο της εν λόγω έννοιας εξελίσσεται και επικαιροποιείται πλέον στη νομολογία υπό το σύγχρονο πρίσμα και ενδιαφέρον της υπαγωγής στις διαδικασίες του ν. 3869/2010.

Πρώην έμποροι υπάγονται στο νόμο;

Υπάγονται εφόσον η μόνιμη αδυναμία πληρωμής (παύση πληρωμών) επήλθε σε χρονικό διάστημα που δεν ασκούσαν εμπορία. Ανοικτό είναι το ζήτημα και για εμπόρους που, μολονότι καταρχήν έχουν πτωχευτική ικανότητα, αδυνατούν να αδυνατούν στις προϋποθέσεις της διαδικασίας, λ.χ. λόγω έλλειψης περιουσίας για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας.

Πότε υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής;

Όταν ο οφειλέτης έχει αδυναμία να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του και δεν αναμένεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να ανακτήσει τη δυνατότητα αυτή. Προϋπόθεση, βέβαια, να μην έχει περιέλθει δόλια στην αδυναμία αυτή.

Πότε η μόνιμη αδυναμία θεωρείται δόλια;

Όταν ο οφειλέτης προβαίνει σε ενέργειες που το φέρνουν σε μόνιμη αδυναμία, γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Δεν είναι πάντως, κατά τη γνώμη μας, δόλια η μόνιμη αδυναμία που προκύπτει από τον τρόπο που χειρίστηκε ο οφειλέτης την πιστοληπτική του ικανότητα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η σύγχρονη πιστωτική επέκταση στηρίχθηκε σε στρατηγικές ανταγωνισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία συχνά, και πάρα τα μέσα που διέθεταν,  υποβάθμιζαν τον έλεγχο της πιστοληπτικής φερεγγυότητας. Στις συνθήκες αυτές είναι εξαιρετικά δυσχερές να αποδώσει κανείς στον καταναλωτή δόλιους, σε βάρος του πιστωτικού ιδρύματος, υπολογισμούς στη λήψη των πιστώσεων.

Ποια χρέη υπάγονται σε ρύθμιση;

Καταρχήν όλα τα χρέη. Εξαιρούνται όμως:

α) χρέη που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα και χρηματικές ποινές,

β) φόροι και τέλη προς το Δημόσιο και τους οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

γ) εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης αλλά και δάνεια από φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Δάνεια και πιστώσεις υπάγονται εφόσον έχει περάσει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ένα έτος από τη χορήγησή τους.

Πριν προσφύγει ο οφειλέτης στο δικαστήριο, πρέπει να ακολουθήσει κάποια διαδικασία;

Δεν είναι πλέον υποχρεωτική η προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης. Ωστόσο, ο οφειλέτης μπορεί – και καλό είναι για πολλούς λόγους, αν φαίνεται πιθανό – να επιδιώξει μία συμβιβαστική ρύθμιση των χρεών του με όλους τους πιστωτές.

Πώς μπορεί να πληροφορηθεί την ακριβή εικόνα των δανειακών του υποχρεώσεων ενόψει της ρύθμισης;

Η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να χορηγήσει στον οφειλέτη, χωρίς καμία επιβάρυνση, μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή του αιτήματος, αναλυτική κατάσταση των οφειλών του προς αυτή, κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, το επιτόκιο που εκτοκίζεται η οφειλή καθώς και για το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης (βεβαίωση άρθρου 2 ν. 3869/2010)

Ποια διαδικασία ακολουθείται για την υποβολή αίτησης για τη δικαστική ρύθμιση;

Η αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο του τόπου που κατοικεί ή διαμένει ο οφειλέτης. Εφαρμόζεται η εκούσια δικαιοδοσία που επιτρέπει στο δικαστήριο την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων.

Η αίτηση περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την υπαγωγή στο ν. 3869/2010, κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη, τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου, κατάσταση όλων των πιστωτών και των απαιτήσεών τους και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών που προτείνεται προς συμβιβασμό στους πιστωτές.

Με την αίτηση προσκομίζονται υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα των παραπάνω καταστάσεων και για τις μεταβιβάσεις ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία τριετία καθώς σε περίπτωση παράλειψης, και άλλα έγγραφα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν για τους πιστωτές τον έλεγχο των ισχυρισμών του οφειλέτη.

Τι γίνεται μέχρι την εκδίκαση της αίτησης;

Με την κατάθεση της αίτησης ορίζεται μετά από δύο (στην πράξη συχνά περισσότερους)  μήνες ημέρα στην οποία, ενώπιον του ειρηνοδίκη, θα εξεταστεί το ενδεχόμενο δικαστικού συμβιβασμού. Μέχρι την ημέρα αυτή δεν επιτρέπονται καταδιωκτικά μέτρα (αναγκαστική εκτέλεση) κατά του οφειλέτη καθώς και μεταβολή της περιουσιακής του κατάστασης. Την ημέρα αυτή, εφόσον δεν επέλθει ο συμβιβασμός, συζητούνται τα τυχόν αιτήματα για αναστολή των διωκτικών μέτρων, για μη μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη και για προσωρινή ρύθμιση των καταβολών.

Πρέπει ο οφειλέτης να προβαίνει σε καταβολές μέχρι τη προσωρινή ρύθμιση ή και μέχρι την εκδίκαση της αίτησης;

Ο οφειλέτης πρέπει να προβαίνει σε καταβολές στους πιστωτές του, καταρχήν ακολουθώντας το σχέδιο ρύθμισης που ο ίδιος  προτείνει στην αίτησή του και εν συνεχεία τηρώντας την προσωρινή ρύθμιση, καταβάλλοντας μηνιαία όσα ορίζονται σε αυτή. Οι  μηνιαίες, αυτές, καταβολές συνυπολογίζονται στην οριστική ρύθμιση που θα ακολουθήσει από το δικαστήριο με αποτέλεσμα την επίσπευση της απαλλαγής από τα χρέη του οφειλέτη του οποίου η αίτηση θα γίνει δεκτή.

Πώς ορίζονται οι μηνιαίες καταβολές στην προσωρινή ρύθμιση;

Κατά βάση με τα κριτήρια που ορίζονται οι καταβολές στο πλαίσιο της οριστικής ρύθμισης, Δηλαδή με το περίσσευμα που επιτρέπει το εισόδημά του μετά την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του, όπως αυτό εκτιμάται, κατά πιθανολόγηση, από τον Ειρηνοδίκη. Το ποσόν αυτό μπορεί να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το 10% των τελευταίων ενήμερων δόσεων.

Τι γίνεται σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί στην προσωρινή ρύθμιση;

Θα αρθεί η τυχόν απαγόρευση των διωκτικών μέτρων και ενδεχομένως οι πιστωτές του να αξιοποιήσουν το γεγονός προκειμένου να επιδιώξουν την έκπτωσή του από τη διαδικασία.

Τι γίνεται αν ο οφειλέτης δεν έχει τη δυνατότητα να καταβάλει κανένα ποσόν για την εξόφληση μέρους των χρεών;

Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ορίσει πολύ μικρό ή και κανένα ποσόν για καταβολή στους πιστωτές. Το δικαστήριο επανεξετάζει μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον έξι μηνών την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οφειλέτης προκειμένου να επαναπροσδιοριστούν  καταβολές.

Τι ελέγχει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης;

Το Δικαστήριο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη ρύθμιση των χρεών και εφόσον κρίνει ότι δεν επαρκούν τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του για την αποπληρωμή των χρεών προχωρά στη ρύθμιση των οφειλών. Ο οφειλέτης  αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα και για  χρονικό διάστημα μεταξύ τριών έως πέντε ετών που ορίζει το δικαστήριο, μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές. Το ύψος των μηνιαίων καταβολών καθορίζεται από το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματά του, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.

Τι γίνεται με την ακίνητη περιουσία του οφειλέτη;

Η ακίνητη περιουσία ρευστοποιείται από το σύνδικο που ορίζει το δικαστήριο για  να πληρωθούν χρέη προς τους πιστωτές.  Ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα, όμως, να ζητήσει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η ιδιόκτητη ή η μοναδική κατοικία του.

Ποια κατοικία και υπό ποιους όρους προστατεύεται;

Η κύρια κατοικία του, εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει σε εμβαδόν το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Αν ο οφειλέτης έχει ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κατοικία, δεν διαμένει ωστόσο σε αυτό, προστατεύεται ως μοναδική κατοικία, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι ο σύζυγος του οφειλέτη δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία. Η κατοικία προστατεύεται ανεξαρτήτως ποσοστού ή είδους κυριότητα. Προϋπόθεση για να εξαιρεθεί η κατοικία από τη ρευστοποίηση είναι να αναλάβει ο οφειλέτης επιτόκιο που δεν υπερβαίνει το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου, για χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάνει μέχρι 20, υπό προϋποθέσεις 35, έτη την εξυπηρέτηση χρεών που αντιστοιχούν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας.

Πότε αρχίζει ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης;

Ο χρόνος της ρύθμισης, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου, αρχίζει από την ημερομηνία  κατάθεσης της αίτησης. Όσοι κατά τη δημοσίευση του νόμου 4161/2013 (με τον οποίο τροποποιήθηκε ο ν. 3869/2010), δηλαδή την 26η Ιουνίου 2013, είχαν εκκρεμή προς εκδίκαση αίτηση ο χρόνος ρύθμισης αρχίζει από την ημερομηνία αυτή. Ενδεδειγμένο γι’ αυτό είναι οι οφειλέτες με τις εκκρεμείς αιτήσεις να προβαίνουν ήδη μέχρι την έκδοση της απόφασης σε καταβολές αντίστοιχες των δυνατοτήτων τους.

Τι γίνεται αν οι καταβολές μου μέχρι την έκδοση της απόφασης είναι μικρότερες από αυτές που όρισε το δικαστήριο;

Ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει την υπολειπόμενη διαφορά, εντόκως από την έκδοση της απόφασης, μέσα σε ένα έτος από τη λήξη της περιόδου ρύθμισης που όρισε το δικαστήριο.

Ποιες οι συνέπειες αν δεν μπορεί να καλύψει τη διαφορά μέσα στο πρόσθετο της ρύθμισης έτος;

Κατά τη γνώμη μας ο οφειλέτης δεν εκπίπτει από τη ρύθμιση. Απλώς, ο χρόνος που θα προσμετρηθεί από το προηγούμενο της απόφασης χρονικό διάστημα είναι αυτός για τον οποίο καλύπτονται αντίστοιχες μηνιαίες καταβολές.

Πότε επέρχεται η απαλλαγή από το υπόλοιπο των χρεών;

Εφόσον παρέλθει ο χρόνος της ρύθμισης και έχει τηρήσει ο οφειλέτης τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτή. Η απαλλαγή είναι ανεξάρτητη από την εξυπηρέτηση του πρόσθετου χρέους για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Σε περίπτωση μη τήρησης της τελευταίας οι πιστωτές μπορούν να προβούν σε διωκτικά μέτρα, μόνο όμως για το υπόλοιπο του χρέους αυτού. Η απαλλαγή από τα χρέη πιστοποιείται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη.

Αναπροσαρμόζονται οι μηνιαίες καταβολές κατά τη διάρκεια της ρύθμισης;

Το δικαστήριο μπορεί να προβλέπει την αναπροσαρμογή τους με έναν αντικειμενικό δείκτη αναφοράς (π.χ. τιμάριθμο). Μπορεί όμως το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή να διατάξει την αναπροσαρμογή της δόσης σε περίπτωση που επιδεινωθεί ή βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της ρύθμισης το εισόδημα του οφειλέτη. Η αναπροσαρμογή θα ισχύσει αναδρομικά από το χρόνο υποβολής της αίτησης αναπροσαρμογής. Αυτό ισχύει και κατά τη διάρκεια της προσωρινής ρύθμισης.

Τι πρέπει να κάνει ο οφειλέτης αν το εισόδημά του αυξηθεί κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου ρύθμισης;

Να το γνωστοποιήσει μέσα σε ένα μήνα στη Γραμματεία του δικαστηρίου και στους πιστωτές του, ώστε να ληφθεί υπόψη (συμβιβαστικά ή με απόφαση του δικαστηρίου) για την αναπροσαρμογή της μηνιαίας καταβολής. Αν δεν το κάνει, κινδυνεύει να εκπέσει από τη ρύθμιση και να αναβιώσουν όλα τα χρέη. Ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να αγνοεί τους πιστωτές του και τα συμφέροντά τους. Αν έτσι είναι άνεργος, οφείλει να προσπαθεί να βρει μία κατάλληλη εργασία.

Ποιες είναι οι συνέπειες αν ο οφειλέτης δεν τηρεί τη ρύθμιση;

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί τις καταβολές του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα, πιστωτές μπορούν, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης,  να ζητήσουν από το δικαστήριο να διατάξει την έκπτωση του οφειλέτη. Την αναλογική εφαρμογή της διάταξης αυτής προβλέπει ο νόμος και για καθυστερήσεις καταβολών που έχουν οριστεί στο πλαίσιο της προσωρινής ρύθμισης. Κατά την άποψή μας, ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, η έκπτωση αφορά μόνο τον αναδρομικό υπολογισμό των καταβολών που προηγήθηκαν του λόγου έκπτωσης για την επίσπευση του χρόνου απαλλαγής.

Ποιες είναι οι συνέπειες αν ο οφειλέτης δεν είναι ειλικρινής και συνεπής στις δηλώσεις του;

Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τις υποχρεώσεις του για το σύνολο των πιστωτών,  και να δηλώνει κατά τη διάρκεια της ρύθμισης όλες τις περιουσιακές μεταβολές που ενδιαφέρουν τους πιστωτές. Αν δεν το κάνει, από δόλο ή βαριά αμέλεια, κινδυνεύει με αίτηση των πιστωτών να εκπέσει από τη ρύθμιση οφειλών που έχει ήδη αποφασιστεί. Μπορεί μάλιστα να ανακληθεί και η απαλλαγή από χρέη που έχει επέλθει, αν, μέσα σε δύο έτη από την επέλευσή της, αποδειχθεί η αποσιώπηση ή απόκρυψη των παραπάνω κρίσιμων στοιχείων.

Τι δυνατότητες έχουν οι πιστωτές να πληροφορούνται τις περιουσιακές μεταβολές του οφειλέτη;

Ο οφειλέτης υποχρεούται καταρχήν να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Εξάλλου ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι, σύμφωνα με μία προβλεπόμενη συνοπτική διαδικασία, να δίνουν στους πιστωτές κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη που έχει αιτηθεί τη ρύθμιση των χρεών του.

Πόσο καιρό μένουν τα δεδομένα του οφειλέτη για τη ρύθμιση στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ;

Η αίτηση ρύθμισης καταχωρείται στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ και η υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών καταχωρείται στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ,  μέχρι πέντε χρόνια μετά την απαλλαγή του από τα χρέη.