ΤριμΕφΑθ 2048/2016: Καταχρηστικοί όροι σύμβασης ως προς τις επιβαρύνσεις του δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής δανείου με σταθερό επιτόκιο – Επιστροφή των καταβληθέντων και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.

18-11-2016

Στην υπόθεση που έκρινε το Τριμελές Εφετείο  Αθηνών, με τη με αριθμό 2048/2016 απόφασή τουLogo_Symbol,  η τράπεζα προέβλεπε, με όρο  της σύμβασης,  σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου με σταθερό επιτόκιο, ως αντάλλαγμα για την παροχή της δυνατότητας πρόωρης εξόφλησης,  τις ακόλουθες χρεώσεις σε βάρος του δανειολήπτη:  α) την καταβολή ποσού ίσου με τόκους τεσσάρων μηνών επί του προεξοφλούμενου ποσού, και β) την καταβολή κόστους επανατοποθέτησης, μόνο όμως για την περίπτωση που θα υπάρχει θετική διαφορά, μεταξύ του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς που ίσχυε κατά την έναρξη της συμφωνηθείσας περιόδου σταθερού επιτοκίου  και του επιτοκίου διατραπεζικής αγοράς της προτεραίας της πρόωρης εξόφλησης, σε σχέση με την υπολειπόμενη περίοδο σταθερού επιτοκίου,  και το οποίο κόστος  θα ισούται  με το γινόμενο της ως άνω θετικής διαφοράς επί το προεξοφλούμενο ποσό, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της συνομολογηθείσας περιόδου ισχύος σταθερού επιτοκίου.

Ο  παραπάνω όρος όμως κρίνεται καταχρηστικός. Κατά το μέρος που δικαιολογεί την πρώτη από τις παραπάνω επιβαρύνσεις ως αντάλλαγμα είναι καταχρηστικός γιατί η πρόωρη εξόφληση αποτελεί δικαίωμα του δανειολήπτη και συνεπώς δεν πρόκειται σε αυτή για  παροχή της τράπεζας ώστε η τελευταία να δικαιούται να απαιτεί αντάλλαγμα. Η τράπεζα στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης δικαιούται να απαιτήσει μόνο αποκατάσταση της ζημίας εφόσον  αποδείξει ότι υφίσταται ζημία και το ύψος της. Η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται ούτε με το δεύτερο σκέλος του όρου. Αυτός προβλέπει το δικαίωμα της τράπεζας να εισπράττει κόστος επανατοποθετήσεως του προεξοφλούμενου ποσού, με τα κριτήρια όμως που το προσδιορίζει, δεν εξαρτάται αυτό  από την απόδειξη και τον καθορισμό της ζημίας. Είναι, ως εκ τούτου, καταχρηστικός.  «Οι ενδεχόμενες ζημίες και τα διαφυγόντα κέρδη της τράπεζας στην περίπτωση επανατοποθέτησης  θα οφείλονται στη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων κατά την πρόωρη εξόφληση, αν με τις συνθήκες που επικρατούν κατ’ αυτήν το κεφάλαιο δεν θα μπορεί να χορηγηθεί με επιτόκιο στο ίδιο ύψος με αυτό του πρόωρα ληγμένου δανείου. Κατά συνέπεια κριτήρια υπολογισμού της απώλειας του δανειστή, αν αυτός είναι Τράπεζα από την εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, είναι ο χρόνος που απομένει από την πρόωρη εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου και το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου από τα οποία απαλλάσσεται η Τράπεζα με την προεξόφληση του δανείου».

Κριτήρια υπολογισμού της αποκαταστατέας ζημίας της τράπεζας είναι το κόστος δανεισμού που έχει η τράπεζα για το συγκεκριμένο κεφάλαιο και το αναμενόμενο κέρδος που έχει από τη χορήγηση του δανείου στο συγκεκριμένο δανειολήπτη,  και όχι το κόστος δανεισμού σε σχέση με άλλα κεφάλαια που θα αντλούσε η τράπεζα από τη διατραπεζική αγορά, στο οποίο τελικά παραπέμπει ο επίδικος όρος. Ζημιές και διαφυγόντα κέρδη θα προέκυπταν αν η τράπεζα, με τις συνθήκες που επικρατούν κατά την πρόωρη εξόφληση, δεν θα μπορούσε να χορηγήσει το δάνειο με επιτόκιο στο ίδιο ύψος με αυτό του πρόωρα ληγμένου δανείου.  Υπό αυτό το πρίσμα δεν δικαιολογούνταν στη συγκεκριμένη υπόθεση  ζημία για την τράπεζα, με δεδομένο ότι τα αντίστοιχα επιτόκια χορηγήσεων δανείων με σταθερό επιτόκιο της τράπεζας κατά το χρόνο της πρόωρης εξόφλησης  δεν ήταν χαμηλότερα από το επιτόκιο  του σταθερού επιτοκίου του δανείου.

Κατόπιν των παραπάνω το Εφετείο, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κρίνει ότι η συνολική επιβάρυνση των 37.288,62 ευρώ που επέβαλε η τράπεζα, κάνοντας χρήση του καταχρηστικού όρου,  στον ενάγοντα,  λόγω της άσκησης του δικαιώματος του για πρόωρη εξόφληση, δεν είναι νόμιμη, ενώ επιδικάζει σε αυτόν και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 2.000 ευρώ.