Logo_Symbol

Ασφαλιστική σύμβαση: Καταχρηστική καταγγελία λόγω της αντιφατικής συναλλακτικά συμπεριφοράς της εταιρίας (ΠΠΑ 2880/2015, 2881/2015). Η τελευταία δεν ενημέρωσε για τον τρόπο αλλαγής της είσπραξης του ασφαλίστρου και δεν ήρθε σε επικοινωνία μαζί του πριν την καταγγελία παρά τη μακρόχρονη πληρωμή του ασφαλίστρου.

09-12-2016

Το Πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών, με τις αποφάσεις του (2880/2015,2881/2015  Logo_Symbol),  εκθέτει καταρχήν στο σκεπτικό του:

«Με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 3 3/2005, ΕλλΔνη 2005. 1 033, ΟλΑΠ 19/1998, ΕλλΔνη 1 998. 3 10, ΟλΑΠ 1 7/1 995, ΕλλΔνη 1995. 1 531). Επομένως, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, κάθε δικαίωμα είτε ιδιωτικού, είτε δημοσίου χαρακτήρα, θεωρείται καταχρηστικούς ασκούμενο, ασχέτως του δικονομικού τρόπου προβολής του, δηλαδή με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 16/200 6, ΕλλΔνη 2006. 1330), και όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και η διαμορφωθείσα, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, πραγματική κατάσταση, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Έτσι, τέτοια κατάχρηση υπάρχει και αυτοτελώς με την ειδικότερη έκφρασή της που απορρέει από την αρχή venire contra factum proprium, η οποία συντρέχει όταν ο δικαιούχος με τη δική του συμπεριφορά δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, ήτοι όταν ενεργεί (ο δικαιούχος) κατά τρόπο αντίθετο προς την προηγούμενη συμπεριφορά του, όταν δηλαδή ενεργεί εναντίον της καλής πίστης, η οποία πρέπει να προστατεύεται (ΑΠ 1462/2002, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1026/2001, ΕλλΔνη 44. 441, ΕφΑΘ 8968/2005, ΕλλΔνη 2008. 594).»

Εν συνεχεία δέχεται για τις εξεταζόμενες  περιπτώσεις:

«Η επίμαχη έγγραφη καταγγελία πρέπει να αναγνωριστεί ως άκυρη μονομερής απευθυντέα δήλωση βούλησης λόγω αντίθεσής της στα άρθρα 288, 281 και 174 του ΑΚ, της κατάχρησης θεμελιούμενης, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας, στην αντιφατική συναλλακτικά συμπεριφορά (venire contra factum proprium) που επέδειξε η εναγόμενη συναλλασσόμενη με τον ενάγοντα, αφού αποδείχθηκε ότι από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ο ενάγων κατέβαλε ανελλιπώς, μετά από τηλεφωνική ενημέρωσή του, τα ασφάλιστρα αρχικά στον εξουσιοδοτημένο προς είσπραξή τους εισπράκτορα της εναγομένης και από τις αρχές του έτους 2012 στην αρμόδια υπάλληλο του πρακτορείου της εναγομένης στη Μυτιλήνη και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις με καθυστέρηση πλέον των δύο μηνών, δημιουργώντας στον τελευταίο την εύλογη σχετική πεποίθηση και εμπιστοσύνη στην διαμορφωμένη κατάσταση περί του τρόπου και του χρόνου καταβολής των ασφαλίστρων, και ότι από την άλλη πλευρά αυτή (η εναγόμενη) κατήγγειλε την σύμβασή της με τον ενάγοντα λόγω ακριβώς της μη εμπρόθεσμης πληρωμής των ασφαλίστρων. Η δε εναγόμενη προέβη σε ένα δυσανάλογα επαχθές για τον ενάγοντα μέτρο, ήτοι στην καταγγελία της σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης αυτού σε σχέση με την παράλειψη του τελευταίου να καταβάλει εμπρόθεσμα μία και μόνο δόση, μικρής χρηματικής αξίας της τάξης των 364,96 ευρώ, λαμβανομένου δε υπόψη και του χρόνου (περί των 19 ετών) που είχε ήδη διανυθεί από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης την 05-01-1994. Σύμφωνα, εξάλλου, με την εντιμότητα που επιβάλλεται στις συναλλαγές θα μπορούσε η ενάγουσα να καταγγείλει την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση αν ο ασφαλισμένος, και ήδη αντίδικός της, επεδείκνυε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά μη καταβολής δόσεων ασφαλίστρων, ή, σχετικά με τη μη πληρωμή της μίας και μοναδικής δόσης της 23-06-2012, ύστερα από προηγούμενη προειδοποίηση, δηλαδή κατόπιν τηλεφωνικής (ή και δια ζώσης) επικοινωνίας κάποιου υπαλλήλου ή του αρμόδιου ασφαλιστικού της συμβούλου με τον ενάγοντα, ο οποίος και 0α τον ενημέρωνε για την αλλαγή του τρόπου καταβολής των ασφαλίστρων και το θέμα της μη πληρωμής, θέτοντάς του και προθεσμία προς τούτο και ενημερώνοντας τον παράλληλα για την πρόθεση της εναγόμενης εταιρίας να καταγγείλει την ασφαλιστική του σύμβαση.»