Ευθύνη τράπεζας από πληρωμή πλαστής επιταγής (ΑΠ 297/2017, ΤριμΕφΑθ 3256/2018). Αποκατάσταση της ζημίας του πελάτη.

05-09-2018

Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία γινόταν δεκτό ότι η τράπεζα δεν είχε πταίσμα, υπό τη μορφή της αμέλειας, για τη πληρωμή πλαστών επιταγών, η δε με αριθμό 3256/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποχρέωσε την τράπεζα σε πλήρη αποκατάσταση της υλικής  ζημίας του ενάγοντος από την πληρωμή των πλαστών επιταγών.  Η τράπεζα είχε υποχρέωση από τη συμφωνία και από το νόμο να προβαίνει σε έλεγχο γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη. Συμφωνία για μη διεξαγωγή του ελέγχου γνησιότητας σε μικρότερα ορισμένου ορίου ποσά αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ, η οποία απαγορεύει τη συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαρειά αμέλεια ή (και) από ελαφρά αμέλεια  αν η ευθύνη προέρχεται από άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε άδεια της αρχής. Οι πλαστές επιταγές δεν έφεραν όλες τις συμφωνηθείσες και υποδειχθείσες από την εναγόμενη προδιαγραφές που έπρεπε να φέρουν οι γνήσιες επιταγές. Οι διαφορές που εμφάνιζαν οι πλαστές μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από ένα μέσο συνετό και επιμελή υπάλληλο με μία προσεκτική ανάγνωση των σωμάτων των επιταγών, γεγονός που έπρεπε με βάση την αντικειμενική καλή πίστη, να δημιουργήσει υπόνοιες για τη μη γνησιότητα αυτών και να εντείνει την προσοχή των αρμοδίων υπαλλήλων. Ακόμα κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι, κατ’ απομίμηση, τεθείσες υπογραφές έφεραν ομοιότητες με τη γνήσια υπογραφή, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα του μέσου ταμειολογιστή να αντιληφθεί την πλαστότητα της υπογραφής στην επιταγή.  Στην προκείμενη περίπτωση μάλιστα συνέτρεχαν περιστάσεις που θα έπρεπε να δημιουργήσουν προβληματισμό στους προστηθέντες της τράπεζας, οι οποίοι και θα έπρεπε με βάση την αντικειμενική καλή πίστη και τις τραπεζικές συνήθειες να προβούν σε έλεγχο γνησιότητας και να έρθουν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον φερόμενο ως εκδότη και όχι να αρκεστούν σε ένα τυπικό έλεγχο ρουτίνας.  Η παραπάνω υποχρέωση των προστηθέντων υπαλλήλων απέρρεε από τη σύμβαση περί επιταγής, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών (288 ΑΚ). Απορρίπτεται η ένσταση συνυπαιτιότητας.