Oι στόχοι των εντολέων μας
είναι οι προκλήσεις μας

Πολιτική προσαρμογής των χρεών, όχι πλειστηριασμών

Άρθρο του Δημήτρη Σπυράκου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 08.09.2013

Η αναστολή των πλειστηριασμών εισήχθη σε συνθήκες, συνεχιζόμενης μάλιστα μέχρι σήμερα, ύφεσης της  οικονομίας που οδηγούσε σε απρόβλεπτες ανατροπές των οικογενειακών προϋπολογισμών. Στόχος δεν ήταν η απλή μετάθεση των δραματικών αδιεξόδων των οφειλετών αλλά η προστασία της ίδιας της κοινωνίας από τις ανεξέλεγκτες διαστάσεις και συνέπειες που θα είχε η διεξαγωγή τους. Δεν ήταν η λύση στο πρόβλημα αλλά το αναγκαίο μέσο για να υλοποιηθεί η προσαρμογή, με ανθρώπινο τρόπο,  όλων των εμπλεκομένων στη νέα πραγματικότητα.

Πράγματι, η συμμετοχή των νοικοκυριών  στην πιστωτική επέκταση συντελέστηκε σε όρους που έχουν,  ανυπαίτια για τα ίδια και σε διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών τους, ανατραπεί.  Το μελλοντικό εισόδημα που ρευστοποίησαν οι καταναλωτές με τα δάνεια πριν μερικά χρόνια δεν υπάρχει, και πιθανότατα δεν θα υπάρξει στον χρονικό ορίζοντα αποπληρωμής των δανείων αυτών. Οι αξίες,  στις οποίες επένδυσαν τα δάνεια, κρίνονται, με τα σημερινά δεδομένα, υπερτιμημένες. Τα νοικοκυριά καλούνται να αποπληρώσουν σήμερα τα χρέη από αγορές αγαθών και επίπεδα ζωής μίας υπερτιμημένης σε αξίες περιόδου στη νέα πραγματικότητα της  κλιμακούμενης εσωτερικής υποτίμησης.

Πολλά νοικοκυριά δεν διαθέτουν πλέον τα εισοδήματα για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει. Ακόμη περαιτέρω, όμως, χάνουν  το κίνητρο να αποπληρώνουν τα πανάκριβα, σε σχέση με την αξία της χρήσης τους,  στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια, να αποπληρώνουν δηλαδή για πιστώσεις που ποτέ δεν θα εξοφλήσουν.

Σε αυτή την νέα πραγματικότητα δεν μπορεί  να συμπεριφέρεται  κανείς ωσάν τα νοικοκυριά αυτά, ως εκ θαύματος, θα έρθουν πάλι σε θέση να πληρώνουν, και μάλιστα πλήρως, τα χρέη τους και οι τράπεζες θα ανακτήσουν  ό,τι ήδη έχουν χάσει. Ούτε μπορεί να αποφεύγει κανείς την οξύτητα του κοινωνικού προβλήματος  στιγματίζοντας ηθικά δανειολήπτες. Για να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία των πιστώσεων, θα πρέπει να αποκατασταθεί η προοπτική αποπληρωμής τους. Αυτή προϋποθέτει ρύθμιση και προσαρμογή των δανειακών υποχρεώσεων στις πραγματικές αξίες και δυνατότητες.

Η αναστολή των πλειστηριασμών σκοπό πρωτίστως είχε να διευκολύνει  την εν  λόγω προσαρμογή. Έδινε το χρόνο στα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειολήπτες να επιδιώξουν μία ρεαλιστική διευθέτηση της αποπληρωμής των δανείων. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα των περιστάσεων. Οι ρυθμίσεις των δανείων από τις τράπεζες ήταν συχνά προς την κατεύθυνση της μετάθεσης ή συγκάλυψης του προβλήματος.

Ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ήταν και παραμένει το πλέον αξιόπιστο εργαλείο των υπερχρεωμένων για μία ρεαλιστική ρύθμιση των χρεών τους. Ωστόσο,  δεν καλύπτει το σύνολο των περιπτώσεων, ενώ, λόγω των εκρηκτικών διαστάσεων του προβλήματος της υπερχρέωσης και της έλλειψης των αναγκαίων οργανωτικών μέτρων, το βάρος της εφαρμογής του αποβαίνει για τη δικαιοσύνη δυσβάστακτο.

Εκείνο, το οποίο κατ’ εξοχήν σήμερα χρειάζεται, δεν είναι μία πολιτική πλειστηριασμών αλλά μία πολιτική που θα επισπεύσει τη ρεαλιστική διευθέτηση των χρεών. Δεν είναι η αναστολή των πλειστηριασμών που παράγει τις επισφάλειες, τις δυσλειτουργίες στην εξυπηρέτηση των δανείων, την αδράνεια στην αγορά ακινήτων. Είναι η έλλειψη προοπτικής εξόφλησης και διεξόδου από τα χρέη. Γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο μία πολιτική  σταδιακής κατανομής της δυστυχίας και εκπλειστηριασμού των κατοικιών, αλλά μία πολιτική προσαρμογής των απαιτήσεων που θα ενθαρρύνει τους οφειλέτες να εξαντλούν τις δυνατότητες αποπληρωμής για να διατηρήσουν τις κατοικίες τους. Η αποπληρωμή της πίστωσης θα πρέπει να ανακτήσει τον ορθολογισμό που έχει χάσει.

Καμία λ.χ. τράπεζα δεν μπορεί να προσδοκά την αποπληρωμή ενυπόθηκων απαιτήσεων όταν αυτές υπερβαίνουν, και μάλιστα σημαντικά,  την αξία της κατοικίας του οφειλέτη. Ο τελευταίος,  μπροστά στην αδυναμία που βρίσκεται, χάνει το κίνητρο εξυπηρέτησης των δανείων αυτών, ιδίως αν δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Γνωρίζει ότι ακόμη κι αν πληρώσει την αξία του σπιτιού του και πάλι θα το χάσει.  Είναι γι’ αυτό προς το συμφέρον όλων, πρωτίστως των πιστωτικών ιδρυμάτων, να προσαρμοστούν οι ενυπόθηκες απαιτήσεις στην πραγματική αξία των ακινήτων ώστε να στηριχθεί η ικανότητα των κατόχων τους να αποπληρώσουν τα ενυπόθηκα δάνεια.

Αν παρασχεθεί η παραπάνω προοπτική, θα διευκολυνθεί μία ρεαλιστική ρύθμιση και θα αποτραπεί μία περαιτέρω κατάρρευση των αξιών των ακινήτων και κατ’ επέκταση η απαξίωση των ασφαλειών των τραπεζών. Τούτο δε μάλιστα σε συνδυασμό με την καθιέρωση του δικαιώματος του οφειλέτη, όταν η αξία της κατοικίας υπερβαίνει τις εύλογες ανάγκες του ή τις δυνατότητες αποπληρωμής,  να πωλήσει την  κατοικία του, αγοράζοντας μία χαμηλότερου κόστους, μέχρι την αξία της οποίας θα μπορούν να μεταφέρονται σε αυτή οι εξασφαλίσεις των πιστωτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι πιστωτές ενθυλακώνουν τη διαφορά του τιμήματος  και διαμορφώνεται  μία αμφότερα επωφελής και εξυπηρετούμενη πίστωση.

Δεν είναι, εξάλλου,  λύση, με συνεχόμενες ρυθμίσεις,  να διαιωνίζεται η αποπληρωμή καταναλωτικών  πιστώσεων, απομυζώντας την οποιαδήποτε δημιουργική προοπτική των οφειλετών. Οι πιστώσεις αυτές από τη φύση τους εξυπηρετούν μεσοπρόθεσμες το πολύ καταναλωτικές ανάγκες και στόχους.  Η διάρκεια αποπληρωμής θα πρέπει λοιπόν να είναι ανάλογη με τη χρήση τους. Δεν μπορεί, υπό το πρίσμα άλλωστε του ενδιαφέροντος για επανεκκίνηση της οικονομίας και  προαγωγή της επιχειρηματικότητας, να πληρώνονται, και μάλιστα υπό επώδυνους όρους, στην παρούσα γενιά οι καταναλωτικές δαπάνες της προηγούμενης. 

Ούτε, ασφαλώς, μπορεί να προσδοκά κανείς αναθέρμανση της αγοράς ακινήτων μέσω πλειστηριασμών. Κάθε αγορά γίνεται ανταγωνιστική και αναπτύσσεται, όταν στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση και διαπραγμάτευση των συναλλασσομένων. Όχι όταν  η μεταβίβαση του ακινήτου είναι αποτέλεσμα καταναγκασμού και ανεξέλεγκτης απαξίωσής του. Αντιθέτως,  η  ενεργή αγορά ακινήτων είναι προϋπόθεση για να μπορεί να διασφαλίζει ο πλειστηριασμός την ικανοποίηση – σημαντικού τουλάχιστον μέρους – της απαίτησης του ενυπόθηκου  πιστωτή. Μαζικοί πλειστηριασμοί στρεβλώνουν την αγορά ακινήτων, περιθωριοποιούν και εξαθλιώνουν οικογένειες, υπονομεύουν τις εξασφαλίσεις των ίδιων των τραπεζών, οδηγούν σε κοινωνικές συγκρούσεις. Μία κοινωνία που δέχεται τον πλειστηριασμό ως πρότυπο συναλλαγής, είναι ήδη καταρρακωμένη.

Γι’ αυτό και η παράταση της αναστολής των πλειστηριασμών δεν είναι στασιμότητα. Στασιμότητα είναι η μη αξιοποίηση της περιόδου αυτής για τη ρεαλιστική ρύθμιση και προσαρμογή των χρεών.  Σε αυτήν την τελευταία ευθύνη καλείται πρωτίστως να ανταποκριθεί η Πολιτεία.

Δημοσίευση pdf