Ο επενδυτής, συχνά ακόμη και αυτός που διαθέτει εμπειρία, δεν είναι σε θέση να λάβει μία ορθή επενδυτική απόφαση, χωρίς αντικειμενική, εξειδικευμένη και προσανατολισμένη στις ανάγκες του πληροφόρηση και παροχή συμβουλής. Προκειμένου να προστατευθεί από τους κινδύνους εκμετάλλευσης αλλά και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της κεφαλαιαγοράς,
έχει αναπτυχθεί μία ειδική νομοθεσία, σε ενσωμάτωση μάλιστα κοινοτικών οδηγιών, η οποία, εξειδικεύοντας τις επιταγές της καλής πίστης στον εν λόγω τομέα, καθορίζει ένα πλήθος υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης που θα πρέπει να ακολουθεί η τράπεζα ή η ΕΠΕΥ κατά την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων.
Ωστόσο, συχνά οι επενδυτικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επιτύχουν την πώληση του επενδυτικού προϊόντος και να εξασφαλίσουν το (συνήθως αμφίπλευρο) κέρδος τους από αυτή, καταχρώνται την εμπιστοσύνη των πελατών, δεν διερευνούν τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες τους, καταστρατηγούν τις υποχρεώσεις διαφώτισης, αποσιωπούν κρίσιμα χαρακτηριστικά και κινδύνους του προϊόντος. Συγκαλύπτουν έτσι την ακαταλληλότητα του συγκεκριμένου προϊόντος για τον πελάτη και τον οδηγούν σε επενδυτικές αποφάσεις που αν είχε σωστή πληροφόρηση δεν θα ελάμβανε.
Στις παραπάνω περιπτώσεις ο επενδυτής έχει προστασία. Η νομοθεσία προσφέρει σωρευτικές βάσεις θεμελίωσης και τα αναγκαία εργαλεία προκειμένου να επιτύχει την πλήρη αποκατάσταση της ζημιάς του. Ήδη δε, έχει διαμορφωθεί και στη χώρα μας, με αφορμή υποθέσεις από τις αθέμιτες, καταχρηστικές και παράνομες πρακτικές που ακολούθησαν ιδίως πιστωτικά ιδρύματα για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων πριν την χρηματοπιστωτική κρίση, μία ενδιαφέρουσα και πλούσια νομολογία.
Η θεμελίωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης (μεταξύ άλλων με τη διεξαγωγή του ελέγχου καταλληλότητας) προκύπτει στη νομολογία από τις ακόλουθες κυρίως διατάξεις ή και σύμβαση:
1. Στον Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, ο οποίος εκδόθηκε με βάση το άρθρο 7 Ν. 2396/97, στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της κοινοτικής οδηγίας 93/22/ΕΟΚ με σκοπό να προσανατολίσει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων που παρέχουν παρεπόμενες ή κύριες επενδυτικές υπηρεσίες στην τήρηση ορισμένων προτύπων δεοντολογικής συμπεριφοράς. Ο ΚΔΕΠΕΥ, ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, με το Ν. 3606/2007, είχε ισχύ νόμου, η δε παράβαση διατάξεών του συνιστούσε παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ και εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις της διάταξης αυτές η παρανομούσα τράπεζα ή ΕΠΕΥ υποχρεούνταν σε αποζημίωση.
2. Στο ν. 3606/2007, και ιδίως το άρθρο 25 αυτού, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFiD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών.
3. Στο ν. 4514/2018 για τις αγορές των χρηματοπιστωτικών μέσων, με τον οποίο ενσωματώνεται η αντίστοιχη ενωσιακή Οδηγία 2014/65, σημαντικό στοιχείο της οποίας είναι εμπλουτισμός του ελέγχου καταλληλότητας με περαιτέρω ερωτήσεις και πληροφορίες προκειμένου να είναι πιο αποτελεσματικός στη λειτουργία του, ενώ προβλέπεται και η αποστολή έκθεσης καταλληλότητας πριν από οποιαδήποτε συναλλαγή. Σημαντικό νέο στοιχείο είναι και ο προσδιορισμός της αγοράς-στόχου για κάθε προϊόν με καθορισμό του τύπου του πελάτη, με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά και τους στόχους, του οποίου είναι συμβατό το προϊόν.
4. Στην παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από την καλή πίστη, και ειδικότερα της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, ειδικότερες μορφές της οποίας αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Αντίστοιχες υποχρεώσεις προκύπτουν και από άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2251/1994 για την προστασία καταναλωτών, καθώς η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του.
5. Στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία κατά κανόνα γίνεται δεκτή ότι συνάπτεται σιωπηρώς ανάμεσα στη διαμεσολαβούσα Τράπεζα ή ΕΠΕΥ και τον επενδυτή. Στοιχεία που φανερώνουν τη βούληση των μερών για τη σύναψη της σύμβασης αυτής είναι πρώτο, ότι για τον παρέχοντα τις επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον εν δυνάμει επενδυτή, αφού θ’ αποτελέσει τη βάση για τη λήψη των όποιων αποφάσεών του προς επένδυση των χρημάτων του. Δεύτερο στοιχείο είναι ότι καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές σχετικές γνώσεις, ο επενδυτής αποφασίζει βασιζόμενος στις συμβουλές των επιχειρήσεων αυτών, τις οποίες και εμπιστεύεται, προσδοκώντας σε μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας εξάλλου ανάγεται στην επαγγελματική τους ενασχόληση.