Δεν αρκεί η τυποποιημένη ενημέρωση στον επενδυτή, όταν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες επιβάλλεται και η προφορική και αναλυτική ενημέρωσή του. Αιτιολογημένη η απόφαση του Εφετείου ότι οι πληροφορίες που παρείχε η τράπεζα στον επενδυτή δεν ήταν ακριβείς, σαφείς, κατανοητές και μη παραπλανητικές.
Ο Άρειος Πάγος κρίνει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις τις αιτιολογίες του Εφετείου (ΕφΑθ 787/2013) που απέρριψε την έφεση της τράπεζας δεχόμενο ότι οι πληροφορίες που παρείχε η τελευταία στην ενάγουσα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους (σιωπηρά συναφθείσας) σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών, δεν ήταν ακριβείς, σαφείς, κατανοητές και μη παραπλανητικές (βλ. σχετικά την ΕφΑθ 787/2013 στην ιστοσελίδα μας). Πρόκειται για την πρώτη υπόθεση με ομόλογα της Lehman Brothers που ολοκληρώθηκε επιτυχώς σε όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη σημασία έχει εν προκειμένω η διεύρυνση των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης που δέχεται ο Άρειος Πάγος υπό το πρίσμα της ΑΚ 288, πέραν δηλαδή αυτών που προκύπτουν από τις διατάξεις του ν. 3606/2007.
Η Οδηγία 2004/39/ΕΚ, που μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3606/2007, αποβλέπει μεν στη μεγίστη εναρμόνιση των Κρατών μελών, υπό την έννοια της απαγόρευσης θέσπισης από τα Κράτη μέλη πρόσθετων υποχρεώσεων σε βάρος των ΕΠΕΥ, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, πλην όμως δεν εξαντλεί όλα τα ζητήματα, όπως συμβαίνει επί παροχής από ΕΠΕΥ τυποποιημένης πληροφόρησης, την οποία ο αντισυμβαλλόμενος πελάτης δεν είναι σε θέση να αναγνώσει ή κατανοήσει, διότι είναι αγράμματος ή έχει περιορισμένες γραμματικές γνώσεις, οπότε έρχεται σε συμπλήρωση το εθνικό δίκαιο και η εφαρμογή της γενικής αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (άρθρο 288 Α.Κ.). Με βάση την αρχή αυτή η τράπεζα δεν θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το άρθρο 25 του ν. 3606/2007 με μόνη την παροχή στον επενδυτή τυποποιημένης ενημέρωσης, όταν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες επιβάλλεται και η προφορική και αναλυτική ενημέρωση του επενδυτή. Επί ταυτόχρονης παροχής τυποποιημένης και προφορικής ενημέρωσης, χωρίς τη διευκρίνηση ότι η τελευταία περιορίζεται σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή στοιχεία της επένδυσης, πρέπει η προφορική ενημέρωση να συγκεντρώνει όλα τα ως άνω κατά τον νόμο στοιχεία και δεν αναπληρώνεται ούτε συμπληρώνεται από την τυποποιημένη ενημέρωση, πολύ περισσότερο στην περίπτωση που ο επενδυτής αδυνατεί για λόγους αντικειμενικούς να αναγνώσει ή κατανοήσει τους όρους της επένδυσης και εύλογα αρκείται και δείχνει εμπιστοσύνη στην προφορική πληροφόρηση.
Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη περιορίστηκε να ενημερώσει προφορικά την ενάγουσα πως επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που αυτή ήταν αποφασισμένη να κάνει και ανταποκρινόταν στο συντηρητικό της επενδυτικό προφίλ, ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο και μάλιστα με υψηλή απόδοση και ότι στη χειρότερη των περιπτώσεων θα το έπαιρνε αυτούσιο πίσω στη λήξη του. Απέφυγε να την ενημερώσει ότι οι επενδυτικοί τίτλοι ήταν αλλοδαποί, για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης ή για τη φύση τους, η αποπληρωμή των οποίων εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τη φερεγγυότητα μιας εταιρείας, για το ότι εγγυήτρια ήταν μια επίσης αλλοδαπή εταιρία, μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρίας και όχι η εναγόμενη, με την οποία η ενάγουσα είχε συναλλακτικές σχέσεις, ούτε για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας εταιρίας. Δεν έγινε, εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το προαναφερθέν άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 3606/2007 έλεγχος καταλληλότητας του υποψήφιου επενδυτή από την εναγόμενη. Τα δε ενημερωτικά για την επένδυση φυλλάδια τόνιζαν με έντονα ( μαύρα) στοιχεία μόνο τις αναφορές στα επιτόκια, τις υψηλές αποδόσεις και την προστασία του κεφαλαίου και η ενάγουσα, που είχε στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις και αδυνατούσε να κατανοήσει τους όρους της επένδυσης, εύλογα έδειξε εμπιστοσύνη στην προφορική ενημέρωση της τράπεζας, η οποία και όφειλε και κατά την καλή πίστη να την πληροφορήσει πλήρως για τη φύση του επενδυτικού προϊόντος και τους όρους της επένδυσης, που αναφέρονταν στην έντυπη ενημέρωση. Οι τυποποιημένοι όροι της επένδυσης ήταν δυσνόητοι για την ενάγουσα καθώς αφορούσαν σύνθετο επενδυτικό προϊόν, η απόδοση του οποίου συνδεόταν με την πορεία ενός ισομερώς ισοσταθμισμένου καλαθιού εμπορευμάτων που συνδέονται με τον αγροτικό τομέα.
Η αιτιολογία περί του ύψους της ζημίας της ενάγουσας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης και της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα είναι επαρκής. Ορθή και αιτιολογημένη και η απόρριψη της ένστασης της τράπεζας για συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας. Η παράβαση των προβλεπομένων από το ν. 3606/2007 υποχρεώσεων αποτελεί παρανομία και συντρεχόντων των λοιπών όρων παρέχουν αξίωση αποζημίωσης από το άρθρο 914 Α.Κ. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα εκτός από την έντυπη ενημέρωση προέβη και σε προφορική, αλλά ελλιπή και παραπλανητική ως άνω πληροφόρηση της ενάγουσας, η εναγόμενη δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις επιβαλλόμενες σε αυτήν από το άρθρο 25 του ν. 3606/2007 υποχρεώσεις με το να παραδώσει στην ενάγουσα και έντυπη ενημέρωση, σε κάθε δε περίπτωση ορθά το Εφετείο προσέφυγε συμπληρωματικά στην αρχή της καλής πίστεως (άρθρο 288 Α.Κ) για το ως άνω ζήτημα, το οποίο δεν ρυθμίζεται από την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.