Στην προκείμενη υπόθεση οι ομολογίες, οι οποίες τελούσαν υπό την εγγύηση της εναγόμενης τράπεζας, προέβλεπαν λογισμό τόκων 6% ετησίως, ανά τρίμηνο καταβαλλόμενους, για το πρώτο έτος, οι οποίοι τόκοι στη συνέχεια υπολογίζονταν σύμφωνα με τον αναγραφόμενο τύπο. Η τράπεζα δεν παρείχε στον πελάτη κατά τρόπο κατανοητό για τον ίδιο όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την προτεινόμενη επένδυση. Ιδίως ασαφής υπήρξε η πληροφόρηση ως προς τη διάρκεια, την απόδοση και τους κινδύνους σε περίπτωση που επιθυμούσε το κεφάλαιο πριν τη λήξη των ομολογιών. Μη διεξαγωγή του ελέγχου καταλληλότητας, το προϊόν δεν ήταν συμβατό με το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος (69χρονος κτηνοτρόφος). Αιτιολογημένη η απόρριψη της ένστασης της τράπεζας για συντρέχον πταίσμα του πελάτη στην πρόκληση της ζημίας από μη ανάγνωση των εγγράφων. Οι αποφάσεις επικυρώνουν την καταδίκη της τράπεζας στην αποκατάσταση της συνολικής υλικής ζημίας του επενδυτή ύψους 70.422 ευρώ και της ηθικής του βλάβης με την επιδίκαση 10.000 ευρώ (πρωτόδικη ΠΠΑ 1512/12, ΝοΒ 2012, σ. 1412 επ.).
Ιδιαίτερη ενδιαφέρουσα είναι στην εφετειακή απόφαση η θεμελίωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης στις απορρέουσες από την αρχή της καλής πίστης παρεπόμενες υποχρεώσεις. Σε αυτές περιλαμβάνεται και ο έλεγχος καταλληλότητας. Από τη μείζονα της απόφασης σκέψη:
«.. Εξάλλου, η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 ΑΚ. Οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης αναλύονται ειδικότερα στην απαιτούμενη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και στην υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας που παρέχει τις υπηρεσίες παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ. Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών(των 281 και 288 ΑΚ, από τις οποίες απορρέουν οι συναλλακτικές υποχρεώσεις) αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού (βλ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο I έκδ. 2001 σελ. 93- 94, 210-211). Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει αν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα.. Περαιτέρω, όσον αφορά τον παρέχοντα τις επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον εν δυνάμει επενδυτή, αφού θα αποτελέσει τη βάση για τη λήψη των όποιων αποφάσεών του προς επένδυση των χρημάτων του. Καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές σχετικές γνώσεις, ο επενδυτής αποφασίζει βασιζόμενος στις συμβουλές των επιχειρήσεων αυτών, τις οποίες και εμπιστεύεται προσδοκώντας σε μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας εξάλλου ανάγεται στην επαγγελματική τους ενασχόληση. Ως κριτήρια για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαφώτισης και συμβούλευσης είναι καταρχήν η ύπαρξη ανάγκης ενημέρωσης. Ανάγκη διαφώτισης υπάρχει οπωσδήποτε στην περίπτωση που υπάρχει ανισότητα μεταξύ του υπόχρεου προς ενημέρωση και του προσώπου εκείνου που δεν διαθέτει τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις. Η έκταση των υποχρεώσεων (ενημέρωσης και διαφώτισης) προσδιορίζεται από την ανάγκη προστασίας του συγκεκριμένου πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το βαθμό γνώσεών του όσο και τους αντικειμενικούς κινδύνους της συναλλαγής. Η έλλειψη των ειδικών γνώσεων μπορεί να οφείλεται τόσο σε κοινωνικούς λόγους, όσο και στην έλλειψη εμπειρίας σε σχέση με το συγκεκριμένο κλάδο συναλλαγών. Κριτήριο επίσης αποτελεί και η ένταση της σχέσης μεταξύ τράπεζας και πελάτη, με αποτέλεσμα όταν υπάρχει μακροχρόνια συναλλακτική σχέση η τράπεζα να γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη της. Η σχετική ενημέρωση του δυνητικού επενδυτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο (ώστε να είναι σαφής και κατανοητή από αυτόν και επομένως, η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της το επίπεδο αντίληψης, γνώσεων και μόρφωσης του πελάτη και να προσαρμόζει τις συμβουλές της τόσο στο πρόσωπο του τελευταίου όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης. Η τράπεζα οφείλει περαιτέρω να παρέχει τις προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του δυνητικού επενδυτή κατάλληλες συμβουλές, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις γνώσεις και τη μόρφωσή του, αλλά και το σύνολο των προσωπικών του στοιχείων, όπως την οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση, την επενδυτική του εμπειρία και τους στόχους καθώς και την προθυμία διακινδύνευσης. Σε κάθε περίπτωση οι συμβουλές πρέπει να είναι προϊόν ενδελεχούς έρευνας εκ μέρους της τράπεζας, η οποία οφείλει να διαθέτει επικαιροποιημένες τις πληροφορίες ως προς την απόδοση, τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα των προτεινόμενών επενδυτικών προϊόντων, ενώ οφείλει να ερευνά και το πρόσωπο του πελάτη. Η ως άνω υποχρέωση ενημέρωσης και έρευνας είναι ιδιαίτερα αυξημένη στην περίπτωση των επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων, κατά τρόπο ώστε να είναι σαφής στον πελάτη ο κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται… η υποχρέωση διεξαγωγής του ελέγχου καταλληλότητας υπαγορεύεται ως μέτρο επιμέλειας από την καλή πίστη».