Oι στόχοι των εντολέων μας
είναι οι προκλήσεις μας

ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ 

ΔΑΝΕΙΑ - ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Ανατοκισμός – Πανωτόκια

Ανατοκισμός και «πανωτόκια» - Οριοθέτηση στο τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή πίστωσης. Προβλήματα στην εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Υπολογισμός της βάσης της οφειλής.

Για την προστασία των δανειοληπτών από την  υπέρμετρη και επικίνδυνη διόγκωση των υποχρεώσεών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, εξαιτίας της αδυναμίας να ανταποκριθούν εμπρόθεσμα στις υποχρεώσεις τους, έχουν πράγματι τεθεί από τη νομοθεσία σημαντικοί περιορισμοί. Κυριότερη, ασφαλώς, είναι η γενικής ισχύος διάταξη  παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, σύμφωνα με την οποία

«η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού».

Η παραπάνω διάταξη αφορά κάθε είδους δάνειο ή πίστωση από πιστωτικό ίδρυμα, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο αυτό χορηγήθηκε (καταναλωτικά, στεγαστικά, επιχειρηματικά, επαγγελματικά, αγροτικά). Η διάταξη οριοθετεί την οφειλή από τη σύμβαση δανείου ή πίστωσης στο τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου «καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος».

Επομένως, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και να ελέγχεται το ύψος της οφειλής, στις περιπτώσεις ιδίως που έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την τελευταία ανάληψη ή χρήση πίστωσης.

Παρακάτω επισημαίνονται  ορισμένα ζητήματα που (μπορούν να) αποκτούν στην εφαρμογή των διατάξεων ιδιαίτερη πρακτική αξία:

1. Σύμφωνα με το άρθρο  39 του ν. 3259/2004 παραμένουν σε ισχύ και οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, κατά το μέρος που δεν τροποποιήθηκαν από το νόμο αυτό. Το ζήτημα αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας του συντελεστή που θα έπρεπε να εφαρμοστεί για τον υπολογισμό του ορίου στις χορηγήσεις που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.1991 εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ν. 2912/2012 προέβλεπε τον συντελεστή «ΔΥΟ» για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου για τις χορηγήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί μετά το 1990. Το ζήτημα, αυτό, έχει πλέον νομολογιακά αποσαφηνιστεί, δεχόμενο για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής των εν λόγω δανείων - κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 32459/4-8-2012 -  τον μικρότερο συντελεστή (ενδ. .ΑΠ 1449/2012, ΑΠ 1379/2012,  ΑΠ 842/2012).

2. Ιδιαίτερο εξάλλου ζήτημα έχει ανακύψει για τις οφειλές από χορηγήσεις που πραγματοποιήθηκαν  σε αγρότες για  την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, για τις οποίες η συνολική οφειλή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει κατά τη δημοσίευση του ν. 3259/2004 – σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 5 - το διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή πίστωσης. Τούτο ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι η  τράπεζα που κατ’ εξοχήν προέβαινε σε χορηγήσεις στους αγρότες αντιμετωπίζει πολλά από τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που  χορηγούσε ως αναλήψεις στο πλαίσιο ανοικτών λογαριασμών, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνει ως βάση υπολογισμού για το διπλάσιο όχι το σύνολο των κεφαλαίων των βραχυπρόθεσμων δανείων αλλά τη συνολική από αυτά οφειλή, όπως υφίστατο κατά την τελευταία χορήγηση βραχυπρόθεσμου δανείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ενσωματώνει στο κεφάλαιο βάσης όλους τους προηγηθέντες τόκους και ανατοκισμούς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές δεν  προκύπτει και δεν αποδεικνύεται βούληση  για το άνοιγμα πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, έτσι ώστε οι απαιτήσεις της τράπεζας που γεννώνται από την πιστωτική σχέση και οι καταβολές που γίνονται έναντι των απαιτήσεων αυτών, να χάνουν την αυτοτέλειά τους, καθιστάμενες μη απαιτητά κονδύλια πιστώσεως και χρεώσεως ενός ενιαίου λογαριασμού, του οποίου μόνο το υπόλοιπο, το οποίο τυχόν προκύπτει μετά το πέρας της συμβατικής σχέσης, να είναι απαιτητό. Αντίθετα, οι συμβάσεις βραχυπρόθεσμων δανείων λειτουργούσαν διατηρώντας την αυτοτέλειά τους, κάθε σύμβαση εκτελούνταν ξεχωριστά, δίχως να συμμιγνύονται  οι απαιτήσεις και καταβολές. Θα πρέπει, λοιπόν, οι εν λόγω βραχυπρόθεσμες χορηγήσεις να αντιμετωπίζονται  ως  τοκοχρεολυτικά δάνεια, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί, εξαιτίας των καταβολών που είχαν πραγματοποιηθεί στην εξόφληση της απαίτησης της τράπεζας, ή πάντως σε τεράστια μείωση της συνολικής οφειλής.

3. Είναι προφανές ότι, ιδίως στην περίπτωση των αλληλόχρεων λογαριασμών τίθεται με ιδιαίτερη έμφαση το ζήτημα του καθορισμού της βάσης υπολογισμού της οφειλής, ιδίως με την εκκαθάριση του υπολοίπου κατά την τελευταία εκταμίευση από αδικαιολόγητες ή μη νόμιμες χρεώσεις. 

4. Σημασία μπορεί να έχει η  παραπάνω γενικής ισχύος διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004,  ενόψει της ανακύκλωσης των δανείων ή πιστώσεων από τα ίδια πιστωτικά ιδρύματα. Πράγματι, σε αρκετές περιπτώσεις έχουν χορηγηθεί δάνεια από πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, καθ’ υπόδειξη των πιστωτικών ιδρυμάτων, όχι για το σκοπό που αναγράφεται στη σύμβαση, αλλά για τη λογιστική απόσβεση οφειλών από προηγούμενα δάνεια. Δηλαδή, το νέο κεφάλαιο αφορούσε την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών (συνεπώς και των «πανωτοκίων») προηγούμενων δανείων. Στην πραγματικότητα πρόκειται λοιπόν για ρυθμίσεις και ως «τέτοιες» θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να αντιμετωπιστούν. Αυτό θα μπορούσε, κατά περίπτωση, να έχει μεγάλη σημασία καθώς η ανώτατη συνολική οφειλή υπολογίζεται με βάση την αρχική χορήγηση, και όχι το μεταγενέστερο δάνειο. Σε αυτή θα υπολογιστούν επομένως και οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν για την αποπληρωμή του αρχικού δανείου.  Η εν λόγω διόρθωση και προσαρμογή θα μπορούσε να επιδιωχθεί μέσα από την αναζήτηση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων, ιδίως μάλιστα σε περιπτώσεις που το «νέο» δάνειο δεν ανταποκρινόταν στο διαφορετικό  δηλωμένο σκοπό ή φύση.