Σύμφωνα με το ά. 982 παρ. 2 περ. Δ ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου η εξαίρεση αυτή «ισχύει και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα.
Η εξαίρεση (απαγόρευση κατάσχεσης) ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης». Σκοπός του νομοθέτη είναι η προστασία ενός ελάχιστου εισοδήματος, που είναι απαραίτητο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη.
Σύμφωνα, επομένως, με τα παραπάνω, δεν μπορεί να κατασχεθεί υπόλοιπο του λογαριασμού μισθοδοσίας μέχρι το ύψος της παραπάνω απαίτησης, δηλαδή του μισθού ή της σύνταξης. Η εξαίρεση αυτή λαμβάνει υπόψη τη σύγχρονη πραγματικότητα της απ’ ευθείας καταβολής του μισθού ή της σύνταξης σε τραπεζικό λογαριασμό του μισθωτού ή του συνταξιούχου και σκοπό έχει να διασφαλίσει την ουσιαστική προστασία του ακατάσχετου του μισθού και την πρόσβασή του σε αυτό, με την επέκταση της προστασίας και στο λογαριασμό καταθέσεως της μισθοδοσίας, ώστε να είναι σε θέση ο μισθωτός ή συνταξιούχος να καλύπτει τις τρέχουσες βιοτικές του ανάγκες.
Εξάλλου το άρθρο 451 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ) απαγορεύει το συμψηφισμό κατά ακατάσχετης απαίτησης. Επομένως, οποιοσδήποτε όρος με τον οποίο προβλέπεται ο συμψηφισμός κατά της παραπάνω απαίτησης είναι παράνομος και άκυρος καθώς προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 451 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 464 ΑΚ απαιτήσεις ακατάσχετες είναι και ανεκχώρητες. Οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία των μερών. Επομένως, απαγορεύεται η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά τα ανωτέρω, κάθε δε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ.
Η παραπάνω απαγόρευση ισχύει και για κάθε δικαιοπραξία που έχει σαν σκοπό το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα, όπως π.χ η εντολή ή η εξουσιοδότηση για είσπραξη της απαίτησης, καθώς ο σκοπός που επιδιώκεται από τον νομοθέτη είναι η διατήρηση της απαίτησης και της δυνατότητας είσπραξής της από τους δικαιούχους για την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών τους. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται «ανέκκλητη» εντολή προς την τράπεζα για ικανοποίηση των απαιτήσεών της από δάνεια ή πιστώσεις με αναλήψεις από τον λογαριασμό μισθοδοσίας, ώστε να μένει σε αυτόν κατάλοιπο μικρότερο ενός μηνιαίου μισθού ή σύνταξης.
Ο όρος λοιπόν, με τον οποίο ο οφειλέτης εξουσιοδοτεί ήδη από τη σύναψη της σύμβασης ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με κάθε απαιτητή οφειλή της από τη μεταξύ τους σύμβαση οποιονδήποτε λογαριασμό του, είναι μη νόμιμος κατά την έκταση που επιτρέπει το συμψηφισμό της απαίτησης με ποσό που υπάγεται στο ακατάσχετο της παρ. 3 του ά. 982 ΚΠολΔ. (βλ. ΔΠΑ 11331/2020, τη με αριθμό 316/2010 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σελ. 8-9, βλ. Κρητικό εις Α. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ. Κατ’ άρθρο Ερμηνεία, τόμος ΙΙ, άρθρο 464, αριθ.10, Γ. Γεωργιάδη εις Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, 464 αρ.7)