Oι στόχοι των εντολέων μας
είναι οι προκλήσεις μας

Ασφάλιστρα νοσοκομειακών καλύψεων: Αναπροσαρμογή με αντικειμενικά κριτήρια

Οι όροι που προβλέπουν τη δυνατότητα των ασφαλιστικών εταιριών να αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα των νοσοκομειακών καλύψεων, δίχως να ακολουθούν συγκεκριμένα, ρητά, εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια, έχουν κριθεί επανειλημμένα και εμφαντικά ως αδιαφανείς και καταχρηστικοί.

Το σημαντικό  πλέον όμως είναι ότι, και  εν προκειμένω,  εδραιώνεται μία νομολογία που  δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να προστατεύονται με ουσιαστικό τρόπο απέναντι στην παράνομη χρήση των συγκεκριμένων καταχρηστικών όρων. Έτσι, τα δικαστήρια, σε πλήθος πλέον αποφάσεων,  κηρύσσοντας ανίσχυρους τους όρους επί των οποίων στηρίζονται οι ασφαλιστικές εταιρίες για να προβαίνουν σε μονομερείς και ανέλεγκτες αυξήσεις του ασφαλίστρου, συμπληρώνουν με την ερμηνεία το κενό που δημιουργεί η ακυρότητα των όρων και υποχρεώνουν τις εταιρίες  να ακολουθούν  συγκεκριμένους δείκτες της Στατιστικής Αρχής, όπως τον Υποδείκτη Υγείας, στην αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου (έτσι ενδεικτικά, οι αποφάσεις ΠΠΑ 3291/2020, 2350/2019,  ΜΠΑ 9473/2019, ΠΠΑ 1025/2018, ΠΠΑ 1539/2018, ΠΠΑ 244/2018, ΠΠΑ 1227/2016, ΠΠΑ 4065/2015, ΕφΑθ 4108/2012). Το ασφάλιστρο κατ’ αυτόν τον τρόπο επανυπολογίζεται και διαμορφώνεται σε ένα λογικό επίπεδο. Οι  εταιρίες υποχρεώνονται περαιτέρω να επιστρέψουν  σημαντικά ποσά που αντιστοιχούν στις αυξήσεις  προηγούμενων ετών που υπερέβαιναν το ποσοστό που επέτρεπε ο Δείκτης, ενώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον αδικοπρακτικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς, αποφάσεις  επιδικάζουν, κατά περίπτωση,  στον λήπτη της ασφάλισης και χρηματική  ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις δεν αφορούν μόνο τους όρους των παλαιότερων ασφαλίσεων που δεν εμπεριείχαν κανένα  κριτήριο για την αναπροσαρμογή  του ασφαλίστρου. Αφορούν και κρίνουν  ως αδιαφανείς και καταχρηστικούς και τους γενικούς όρους νεότερης γενιάς, δηλαδή όρους στους οποίους οι ασφαλιστικές εταιρίες  μνημονεύουν μεν διάφορους παράγοντες που - υποτίθεται ότι - λαμβάνουν υπόψη κατά την κρίση τους για την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου, όπως την εμπειρία της εταιρίας, τη τιμαριθμοποίηση των αποζημιώσεων, τις αναλογιστικές παραμέτρους, τη μεταβολή του μέσου κόστους νοσηλείας, το δείκτη ζημιών κ.ά. Οι  παράγοντες αυτοί κρίνονται  αόριστοι και ασαφείς και απρόσφοροι να καθοδηγήσουν, με διαφανή τρόπο, την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου  καθώς δεν συναρτώνται με έναν αντικειμενικό και προσβάσιμο στον καταναλωτή δείκτη.

Αξίζει να επισημανθεί ότι,  για το εν λόγω θέμα, αναπτύσσεται παράλληλα και μία αντίστοιχη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων (ΔΕφΑθ 4197/2007, ΔΠΑ 4620/2020, 12741/2019). Τα τελευταία επιλαμβάνονται της εξέτασης των όρων  αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου επί προσφυγών  των ασφαλιστικών εταιριών που ζητούν την ακύρωση των πράξεων επιβολής προστίμων, τα οποία επιβλήθηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό κατόπιν εισηγήσεων της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Όλες οι διοικητικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί επιβεβαιώνουν με αντίστοιχη θεμελίωση την καταχρηστικότητα των παραπάνω όρων και την επιβολή διοικητικού προστίμου. Όπως άλλωστε επιπρόσθετα υπογραμμίζουν στις σχετικές αντιρρήσεις των εταιριών «η συμβατική ελευθερία, η αρχή τιμολόγησης και η σχετική νομοθετική επιταγή περί πρόβλεψης επαρκούς ασφαλίστρου βάσει των αναλογιστικών αναλύσεων, δεν αναιρούν την υποχρέωση της προσφεύγουσας περί α) ακριβούς προσδιορισμού του ασφαλίστρου κατά την κατάρτιση της σύμβασης και β) μελλοντικής αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων, βάσει κριτηρίων σύμφωνων προς τις διατάξεις των παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και της αρχής της διαφάνειας».

Οι καταναλωτές έχουν, λοιπόν,  κάθε λόγο να διατηρήσουν και να υπερασπιστούν τη μακροχρόνια ασφαλιστική κάλυψη των υπηρεσιών υγείας. Η νομολογία τους δίνει τη δυνατότητα και να φέρουν το ασφάλιστρο της κάλυψης σε ένα λογικό επίπεδο αλλά και να κατοχυρώσουν τη μελλοντική διαμόρφωσή του, με απόλυτα εύλογα κριτήρια και χωρίς τιμολογιακούς αιφνιδιασμούς.