Oι στόχοι των εντολέων μας
είναι οι προκλήσεις μας

Μετάθεση της έναρξης ισχύος του νέου Πτωχευτικού Κώδικα και παραμονή σε ισχύ του ν. 3869/2010 (νόμου Κατσέλη) έως 31.5.2021: Γιατί ίσως μία τελευταία ευκαιρία για την προστασία της κύριας κατοικίας

Με το άρθρο 83 του ν. 4764/2020  τροποποιούνται τα άρθρα 263 και 308 του ν. 4738/2020 που αφορούν την έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα (ν. 4738/2020) με την ταυτόχρονη κατάργηση ή λήξη της ισχύος προηγούμενων νομοθετημάτων για τη ρύθμιση των χρεών. Έτσι με τις διατάξεις αυτές:

α) μετατίθεται η έναρξη της ισχύος των άρθρων 5 έως 30 ν. 4738/2020 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης  των χρεών στην 1η Ιουνίου 2021,

β) μετατίθεται η έναρξη της ισχύος των άρθρων 31 έως 171 και 189 έως 265 για την εξυγίανση και  την πτώχευση για την 1η Μαρτίου 2021, ενώ μέχρι την 31.5.2021 δεν εφαρμόζεται η απλοποιημένη διαδικασία των άρθρων 172 έως 188 για τις πτωχεύσεις  μικρού αντικειμένου (θα ακολουθείται δηλαδή και για τις πτωχεύσεις αυτές η διαδικασία των άρθρων 74 επ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι ενώπιον του Ειρηνοδικείου),

γ) τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι έμποροι αποκτούν πτωχευτική ικανότητα την 1η Ιουνίου 2021 και συνεπώς έως τότε δεν βρίσκει γι’ αυτά εφαρμογή ο νέος πτωχευτικός νόμος.

Συγχρόνως, το κενό το οποίο διαμορφώνεται από τη μετάθεση της ισχύος του νέου πτωχευτικού νόμου καλύπτεται με την αντίστοιχη παράταση της ισχύος των νομοθετημάτων που καταργεί ή αντικαθιστά ο νόμος αυτός. Έτσι, προβλέπεται, μεταξύ άλλων,  η αντίστοιχη αναστολή της κατάργησης του ισχύοντος πτωχευτικού νόμου (ν. 3588/2007) και της δυνατότητας υποβολής αιτήσεων για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών σύμφωνα με το ν. 3869/2010 (νόμο Κατσέλη).  Επομένως, η  δυνατότητα υπαγωγής των φυσικών προσώπων στο ν. Κατσέλη, για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών, παραμένει σε ισχύ μέχρι την 31.5.2021.  Η παράταση της ισχύος του ν. 3869/2010 έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτελεί ίσως την τελευταία ευκαιρία που έχουν  υπερχρεωμένα νοικοκυριά για την προστασία της κύριας κατοικίας τους.

Όπως είναι γνωστό ο νέος πτωχευτικός κώδικας δεν προβλέπει την προστασία της κύριας κατοικίας. Η τελευταία ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των πιστωτών, ενώ μία περιορισμένη κατηγορία οφειλετών θα μπορεί να αιτηθεί τη μίσθωσή της από έναν φορέα που θα συσταθεί, έχοντας τη θεωρητική δυνατότητα μετά από μία δωδεκαετία να την επαναγοράσει, δίχως πάντως  τα καταβληθέντα μισθώματα να υπολογίζονται για το τίμημα αγοράς. Εξάλλου,   γεγονός είναι ότι μετά την 28.2.2019 έπαυσαν να ισχύουν οι διατάξεις των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 που προέβλεπαν τη δυνατότητα του οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση της ρευστοποίησης της κύριας κατοικίας. Ωστόσο, όπως εκτίθεται αναλυτικά στη μελέτη των Χρ. Παπαστάμου/Δ. Σπυράκου,  Η προστασία της κύριας κατοικίας στο Ν 3869/2010, μετά την κατάργηση των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 9, και στο Ν 4605/2019, ΕφΑΔΠολΔ 2019, σελ. 1099 - 1108, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης δύναται να αιτηθεί την εξαίρεση της κύριας κατοικίας, με βάση τις γενικές διατάξεις του νόμου αυτού, και ιδίως της παρ. 1 του άρθρου 9.

Ειδικότερα, το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζει ότι «Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών … ορίζεται εκκαθαριστής». Από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει ότι η εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας διατάσσεται, εφόσον κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών. Αν, επομένως, με την αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ζητείται η διατήρηση της κύριας κατοικίας, το αίτημα δε αυτό υποστηρίζεται από ένα βιώσιμο σχέδιο ρύθμισης που εξασφαλίζει την ικανοποίηση των πιστωτών στον βαθμό που θα ικανοποιούνταν και σε περίπτωση εκποίησης της κύριας κατοικίας, τότε πράγματι η εξαίρεση αυτή προβάλλει ως δικαιολογημένη και θα μπορούσε να γίνει δεκτή από το δικαστήριο.

Όπως εκτίθεται και στην παραπάνω μελέτη, η κατάργηση των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 9 τερμάτισε το καθεστώς της οργανωμένης προστασίας της κύριας κατοικίας, όχι, ωστόσο, και τη δυνατότητα  εξαίρεσης της τελευταίας από τη ρευστοποίηση. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η ρύθμιση των χρεών κατά το ν. 3869/2010 είναι εκδήλωση της αρχής  του κοινωνικού κράτους δικαίου που αποβλέπει στην επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην κοινωνική και οικονομική ζωή και στην αποκατάσταση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του. Σκοπό έχει να επιτρέψει μία νέα αρχή (fresh start) για τον υπερχρεωμένο οφειλέτη, χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος. Στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων του ν. 3869/2010 θα πρέπει, συνεπώς,  να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός των εν λόγω ρυθμίσεων που κατατείνει στη στήριξη του αδύναμου οφειλέτη. Αν, επομένως, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση αποτρέπονται συνθήκες που  δυσχεραίνουν την οικονομική και κοινωνική ένταξη του οφειλέτη, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτή η συμβατότητα ενός αιτήματος εξαίρεσης με τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν τη δικαστική ρύθμιση των χρεών.

Οι υπερχρεωμένοι οφειλέτες (φυσικά πρόσωπα μη έμποροι) έχουν, ασφαλώς, τη δυνατότητα να σταθμίσουν και να αξιολογήσουν τις δύο  προοπτικές πτώχευσης και απαλλαγής από τα χρέη, δηλαδή αυτή με βάση το νέο πτωχευτικό νόμο και αυτή του ν. 3869/2010. Στην περίπτωση του πτωχευτικού νόμου ο οφειλέτης χάνει τον έλεγχο της διαδικασίας, καθώς η πτώχευση και συνακόλουθα η πλήρης ρευστοποίηση της περιουσίας του, μπορεί να γίνεται, και χωρίς τη θέλησή του,  με αίτηση των πιστωτών, ωστόσο, θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να επιτύχει (αν και μένει στην πράξη να φανεί) μία ταχύτερη απαλλαγή από τα χρέη του. Στην περίπτωση του νόμου Κατσέλη μένει, αντιθέτως,  να διευκρινιστεί νομολογιακά κατά πόσον η ανωτέρω προσέγγιση της προστασίας της κατοικίας μπορεί να προσφέρει μία ουσιαστική διέξοδο, ενώ η αίτηση υπαγωγής στο νόμο εξακολουθεί δεν παύει να  προσφέρει τη δυνατότητα μίας αποτελεσματικότερης προσωρινής προστασίας.